Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

ΟΝΕΙΡΟ ΕΤΩΝ 38

      Περπατούσε όλη νύχτα στην πόλη, δίχως προορισμό , ψάχνοντας για κάτι απροσδιόριστο. Στην αρχή συνάντησε  πολλούς στο διάβα του, κάποιοι να έχουν βγει να διασκεδάσουν σε μπαρ, άλλοι να συζητάνε για ταινίες και θέατρα. Υπήρχαν κι εκείνοι , λίγοι μεν, που έμοιαζαν να βιάζονται , υπόθεσε πως αυτοί πάνε ή επιστρέφουν δουλειά. Μετά είχε χαθεί στα μικρά στενά της πόλης, δε φοβόταν τα σκοτάδια. Η ματιά του επεξεργαζόταν κάθε πλατεία , κάθε γειτονιά που πέρναγε. Η νύχτα κυλούσε κι αυτός συνέχιζε να περπατά. Κόντευε ξημέρωμα , είχε ώρα να διασταυρωθεί το βλέμμα του με άλλου διαβάτη. Ίσως γιατί τούτη η γειτονιά ήταν πια απομεινάρι της παλιάς Αθήνας, σχεδόν ακατοίκητη.          Στο βάθος πίσω από την Πεντέλη είχε αρχίσει να κοκκινίζει ο ουρανός, οιωνός πως και σήμερα θα έκανε το αέναο ταξίδι του ο ήλιος. Παρατήρησε ένα μικρό γαλάζιο λουλούδι που είχε καταφέρει να φυτρώσει στο ελάχιστο χώμα  σε ένα κεφαλόσκαλο . Η πόρτα άντεχε στο πέρασμα του χρόνου, ξύλινη με τα μικρά τζάμια στο πάνω μέρος να απουσιάζουν. Πλησίασε και πρόσεξε πως η πόρτα είχε ακριβώς το ίδιο γαλάζιο χρώμα με το λουλούδι, λες και αυτό είχε γεννηθεί από μέσα της. Έκανε λίγα μέτρα και χάζεψε το κτίριο συνολικά , μια μονοκατοικία πιθανότατα χτισμένη στην περίοδο του μεσοπόλεμου. Το μόνο που έβλεπες αταίριαστο με το κτίριο ήταν ένα σύνθημα με κόκκινο σπρευ ''  ΤΑ ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΑ ΟΝΕΙΡΑ ΓΕΝΝΙΟΥΝΤΑΙ ΣΕ ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΑ ΣΠΙΤΙΑ''
       Ένα μικρό μπαλκόνι να στέκει ακόμα σε πείσμα της φθοράς του χρόνου, με βαριά σιδερένια μα σάπια κάγκελα.  Με τη βοήθεια από το φως της αυγής είδε ότι οι σοβάδες είχαν καιρό πέσει στο μεγαλύτερο μέρος του κτιρίου, τα τζάμια στα παράθυρα σπασμένα ή ραγισμένα. Μόνο στον πάνω όροφο υπήρχε ένα παράθυρο άθικτο και μπορούσε να διακρίνει ένα λευκό ύφασμα, κάποια κουρτίνα που είχε μείνει κρεμασμένη  τόσες δεκαετίες εκεί. Παραξενεύτηκε. Ασυναίσθητα προσέγγισε πάλι το μαρμάρινο κεφαλόσκαλο, έσκυψε και με μια απότομη κίνηση έκοψε το γαλάζιο λουλούδι. Τότε ήταν που άκουσε μέσα στην σιωπή του χαράματος έναν αναστεναγμό. Ή μήπως ήταν βογκητό. Σίγουρα ερχόταν από το εσωτερικό του σπιτιού . Έμοιαζε σαν κάποιος να πόναγε ή ακόμα και να ψυχορραγούσε.
     Αφουγκράστηκε πάλι, ναι ήταν σίγουρος πια, κάποιος μέσα στο ερειπωμένο κτίριο χρειαζόταν βοήθεια. Δίχως να διστάσει πλησίασε την πόρτα, ήταν ασφαλισμένη εξωτερικά με 2 τάβλες. Τράβηξε τη μια μετά την άλλη, έσπασαν αμέσως. Μια φευγαλέα σκέψη τον επισκέφτηκε , '' πως μπήκε μέσα ο άγνωστος κάτοικος του σπιτιού αφού η πόρτα ήταν σφραγισμένη εξωτερικά''....... Έγειρε τον ώμο του κι έσπρωξε . Στην αρχή νόμιζε πως δε θα ανοίξει , μα το τσίριγμα από το σύρσιμο της πόρτας τον έκανε κι αναθάρρησε. Μόλις σχηματίστηκε ένα κενό που τον χώραγε εισήλθε με προσεκτικά βήματα. Κάτω από τα παπούτσια του ακούστηκαν θραύσματα γυαλιού να σπάνε. Η μυρωδιά της υγρασίας και της κλεισούρας ήταν απίστευτα έντονη. Υπήρχε ένας μικρός προθάλαμος , τον διάσχισε αργά προσπαθώντας να εστιάσει τον τόπο προέλευσης του βογκητού  που εξακολουθούσε να ακούγεται με  σταθερό επαναλαμβανόμενο ρυθμό. Αριστερά υπήρχαν ξύλινες σκάλες που οδηγούσαν προς τον πάνω όροφο ενώ η πόρτα που αποτελούσε την είσοδο στον ισόγειο χώρο ήταν χτισμένη με τούβλα! Παράξενο λες και κάποιος είχε κλείσει οριστικά κάποιες αναμνήσεις εκεί, φοβούμενος μη τυχόν δραπετεύσουν. Άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά, ξύλινα και φθαρμένα , έτριζαν σε  κάθε του βήμα. Οι τοίχοι είχαν χάσει την παλιά τους αίγλη, η κουπαστή της σκάλας είχε πέσει με συνέπεια να προσπαθεί να ισορροπήσει χωρίς να καμιά βοήθεια.
      Σαν έφτασε στο πάνω όροφο , το φως ήταν πιο εμφανές , μιας και έμπαινε από τα παράθυρα ανεμπόδιστα. Ότι έπιπλο υπήρχε ήταν καλυμμένο από παχύ πέπλο σκόνης, ενώ μπορούσες να διακρίνεις αμέτρητες αράχνες και άλλα ζωύφια να σεργιανίζουν ελεύθερα.  Ο περίεργος αναστεναγμός τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Ακουγόταν πίσω από τη μοναδική πόρτα του ορόφου. Ο υπόλοιπος χώρος ήταν ενιαίος ενώ υπολόγισε πως το παράθυρο με την λευκή κουρτίνα βρισκόταν πίσω από την κλειστή πόρτα. Σήκωσε το χέρι του κι έπιασε το ξεχαρβαλωμένο πόμολο. Για ένα δευτερόλεπτο ο φόβος μπήκε στο αίμα του. Μα όχι , άκουγε αυτό το παραπονιάρικο ψίθυρο και έπρεπε να διαπιστώσει τι συνέβαινε. Άνοιξε επιφυλακτικά την πόρτα , έμοιαζε να φρακάρει μα ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει. Κάτω από το παράθυρο με τη λευκή κουρτίνα βρισκόταν μπρούμυτα το σώμα ενός άντρα ανάμεσα σε διάφορα απομεινάρια  από την παλιά ζωή του σπιτιού.
     Τον πλησίασε και σαν βρέθηκε αρκετά κοντά του, παρατήρησε πως μια λίμνη αίματος αυξανόταν από τη μεριά μεταξύ του σώματος και του τοίχου. Ο άντρας έμοιαζε να πονάει και να πασχίζει να κρατηθεί στη ζωή. Ακατάληπτοι ήχοι και ανάσες έβγαιναν από το στόμα του.
- Φίλε  είσαι καλά ?
Προφανώς  και δεν πήρε καμιά απόκριση. Έσκυψε σκεπτόμενος αν πρέπει να τον κουνήσει ή απλά να ειδοποιήσει ένα ασθενοφόρο. Σαν άγγιξε ανεπαίσθητα την πλάτη του πεσμένου άντρα συνειδητοποίησε πως εκείνος μίλησε πιο καθαρά από ότι προηγουμένως
- Τι είπες φίλε? θα ειδοποιήσω ασθενοφόρο , κρατήσου.
- Ήρθες τελικά ? άργησες γαμώτο... σε περίμενα τόσα χρόνια....

Σάστισε , τι εννοούσε ο άγνωστος. Θα ήταν κάποιο παραλήρημα λόγω του χτυπήματος και του αίματος που έχανε τόσο γοργά.

- Μη φοβάσαι φίλε , θα τα καταφέρεις , θα καλέσω βοήθεια αμέσως.
- Βοήθεια? Δε τη θέλω , εσύ  τη χρειάζεσαι. Εγώ τέλειωσα, μέχρι εδώ ήταν Γιάννη. Άργησες, χάθηκε χρόνος.

Μα πως ήξερε το όνομά του , τι σκατά γινόταν μέσα σε αυτό το ερειπωμένο σπίτι! Δε μπορεί παρά να λέει ασυναρτησίες μέσα στο φευγιό του από τούτο τον κόσμο. Έτυχε και είπε το Γιάννης.
Έψαξε το κινητό του στην τσέπη, το βρήκε , σχημάτισε τον αριθμό μα δεν υπήρχε σήμα για να προχωρήσει στην κλήση.

- Φίλε δεν έχει καθόλου σήμα εδώ, πρέπει να βγω λίγο έξω να βρω βοήθεια και να ξανάρθω, οκ?
- Δε θέλω βοήθεια είπα, μόνο μια υπόσχεση να μου δώσεις. Μη με ξεχάσεις ποτέ. ΠΟΤΕ ΑΚΟΥΣ?
Να θυμάσαι τούτο το ερείπιο, μη το ξεχάσεις μα να κινήσεις να βρεις , να χτίσεις να ζήσεις αλλού.

Ο Γιάννης έμεινε ακίνητος, πάλευε να κατανοήσει όλο αυτό το παράξενο λόγο του άγνωστου.

- Ορκίσου Γιάννη, μη ξεχάσεις και πάρε το δρόμο σου, αυτόν που ονειρεύτηκες, μην αργείς άλλο, ξεκίνα, κοίτα με στα μάτια και ορκίσου.....γρήγορα....σβήνω...δε μου έμεινε πολύς χρόνος

Ο Γιάννης έστεκε άφωνος, τι να πει, τι να απαντήσει, πλησίασε πάλι προς το κορμί του άγνωστου, έσκυψε και με το ένα του χέρι τον γύρισε αργά ανάσκελα. Φοβόταν πως θα αντίκριζε κάποια σοβαρή πληγή να τρέχει με αίμα, μα συνειδητοποίησε πως από το ύψος της καρδιάς έτσι, δίχως εμφανές σημάδι ανάβλυζε το κόκκινο ποτάμι που έρεε στο παλιό ξύλινο πάτωμα.
Άφησε το βλέμμα του να στραφεί προς το πρόσωπο του άνδρα και τότε διασταυρώθηκαν οι ματιές τους. Μα...πως ήταν δυνατόν.!!!
Γούρλωσε τα μάτια του, πάγωσε, έπαψε να νιώθει την καρδιά του να χτυπά. Ο άγνωστος, που τελικά μόνο άγνωστος δε του ήταν του χαμογέλασε και έσβησε .....Σφάλισε τα βλέφαρα και ταξίδεψε για ένα άλλο κόσμο.

Ο Γιάννης έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα να τον κοιτά.....Πόσο οικείος του ήταν! Μα αναζητώντας για μια λογική εξήγηση ένιωσε στο κεφάλι του μια πίεση, μια βουή κι ύστερα κατέρρευσε. Εκεί στο πάτωμα ο ένας Γιάννης δίπλα στον άλλο........


Το σώμα του τινάχτηκε λες και κάποιος είχε σταματήσει την παροχή οξυγόνου στους πνεύμονές του. Ανασηκώθηκε απότομα στο κρεβάτι του. Εφιάλτης? Τι ήταν αυτό? Η μήπως όνειρο? Νεκρός ?
Όρκος? Υπόσχεση? Ποιο μονοπάτι?

Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του, προσπάθησε να θυμηθεί που ήταν , τι ώρα ήταν....είδε το ηλεκτρονικό ρολόι στο κομοδίνο.... τότε συνήλθε....Όνειρο ετών 38....που άρχισε να γίνεται πραγματικότητα.
Θα τηρούσε την υπόσχεση που έδωσε στον εαυτό του, ξεκινώντας από εκείνη την μέρα, τη μέρα που τα λουλούδια είχαν τη γιορτή τους!



























Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ............

Και τώρα πρέπει να...............

Με τρεμάμενα χέρια έπιασα το τετράδιο κι ένα μολύβι. Ξεκίνησα να σχηματίζω γράμματα. Έμοιαζαν τόσο πληγωμένα . Λέξεις μισές, θαρρείς κι ήταν ανάπηροι ενός ακήρυχτου πολέμου.
Γράφω δυο αράδες μα σταματώ. Δε βλέπω , τα δάκρυα στάζουν. Λίγες ακόμα λέξεις προστίθενται μα  πλέον η πρώτη  γραμμή του κειμένου μούσκεψε, ξεθωριάζει.

Και τώρα πρέπει .........

Να σου πω τι? Να στο εξηγήσω πως? Τι είμαι εγώ για να μπορώ? Εμένα  ποιος θα μου απαντήσει στα ερωτήματα που χτυπάνε ανελλιπώς τα τοιχώματα του μυαλού μου? Τρέμω από την ένταση, σφίγγω δυνατά το μολύβι κι η μύτη του σπάει. Κλείνω τα μάτια μου μήπως και στεγνώσουν. Μετρώ από μέσα μου, αργά , μέχρι το δέκα κι ύστερα τα ανοίγω και στρέφω το βλέμμα μου προς το φως της λάμπας. Αντέχω! Τα βλέφαρα ακίνητα. Δε τυφλώνομαι και φέρνω στο νου μου τη λάμψη της ψυχής σου. Εντυπωσιακά φωτεινή , γεμάτη ζέση κι αγάπη!

Και τώρα πρέπει.........

Να μη τυφλωθώ, παρόλο πως οι κόρες των ματιών έχουν διασταλεί επικίνδυνα. Τσούζουν υπερβολικά, πασχίζω να δω. Κρυώνω. Θέλω να σου μιλήσω μα δε ξέρω τι να πω. Ποιες είναι οι λέξεις οι ορθές? Αναζητώ το δρόμο που οδηγεί στις απαντήσεις. Που πουλάνε δύναμη? Που θα αγοράσω θάρρος?  Τα δάχτυλα πάγωσαν, πήραν ένα άρρωστο λευκό χρώμα. Το μολύβι γλιστρά συνέχεια μα δε τα παρατώ, γράφω. Οι συσπάσεις στους μυς πληθαίνουν λες και τους διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα. Νιώθεις το ίδιο?

Και τώρα πρέπει........

Να συνεχίσω κι ας σκίζεται η ψυχή μου με κάθε γράμμα που γεμίζει τη λευκή σελίδα. Μα δε θα δειλιάσω , ακούς? Θα προχωρήσω κι ας πονώ. Το μολύβι βγάζει έναν σπαρακτικό ήχο και σπάει στα δυο. Παίρνω το μισό και γράφω. Για σένα γράφω! Τα χείλη μου ξεράθηκαν, η ανάσα παύει ανά διαστήματα. Δε ξέρω γιατί στα  γράφω όλα αυτά, άραγε εσύ ξέρεις?

Και τώρα πρέπει........

Να κολυμπήσω στα δάκρυα που πλημμύρισαν την καρδιά μου, το μέσα μου, όλο μου το είναι. Θαρρώ πως πλέον το αίμα που περνά από την καρδιά μετατρέπεται σε δάκρυα και κυλάει βασανιστικά σε κάθε χιλιοστό μου. Χτυπάει αργά η καρδιά, χτυπά στο δικό σου ρυθμό. Λες και ''ζωγραφίζει'' νότες με κάθε χτύπο  για να σου παίξει  ένα τραγούδι. Όσα δάκρυα κι αν κυλήσουν ο πόνος, το μέσα μου  δε ξεπλένεται. Δε γίνεται αυτό , ποτέ δε θα γίνει.

Και τώρα πρέπει ........

Να αντέξω, ακόμα κι αν ο σπαραγμός εκκωφαντικός. Ακούω καθαρά κάθε κύταρό μου να ραγίζει. Σπάει , ναι διασπάται και το ένα πλέον γίνεται δυο... Βαθιά ανάσα. Την κρατώ μέσα μου, θέλω να ακούσω και το τελευταίο κύταρο να διασπάται. Εκπνοή ελπίδας! Ανακουφιστική. Σου στέλνω τα νέα κύταρά μου που γεννήθηκαν, να σε συμπληρώσουν, να σε κάνουν να χαμογελάσεις. Με ένα χαμόγελο πιο όμορφο από ποτέ.

Και τώρα πρέπει .....Μα ξέρεις κάτι, ΔΕ ΜΠΟΡΩ. Με λυγίζει αυτό το πρέπει. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί πως θα αντιμετώπιζα αυτό το πρέπει. Με ματώνει και μόνο η ανάγνωση , η σκέψη αυτού του πρέπει.
Δε θέλω να πρέπει να....
Δεν αντέχω αυτό το γαμημένο πρέπει!!

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016

ΑΝΤΙΟ ΓΙΑΓΙΑ



Και τώρα πρέπει να σε αποχαιρετήσουμε, φεύγεις μακριά.... Πέρασες αρκετά, καλά , κακά. Πολλά τα χρόνια που βάρυναν την πλάτη σου. Πάντα ξεχωριστή, δυναμική και με παραξενιές.

Ήσουν δεύτερη μάνα. Με τα καλά σου και τα άσχημα. Με τα χαμόγελα και τις φωνές σου. Μα τα αξίζεις τα δάκρυα που τρέχουν.

Φέρνω στο νου μου διάφορα, μνήμες και θύμησες από το χωριό.

Κάθε καλοκαίρι εκεί, να με κρατάς 2 μήνες, χατίρια δε χάλαγες μα ήθελες και να χεις το τελευταίο λόγο.

Εντολές, νουθεσίες , όλα με αγάπη και ενδιαφέρον δοσμένα '' μην αργήσεις, μη μπαίνετε στο λιοτρίβι, το νου σου στα φίδια'' .......

Είχες το τρόπο σου να επιβάλλεσαι , να παίρνεις αυτό που ήθελες, αφεντικό ήσουν. Και στο πορτοφόλι και στο σπίτι. Αλλά σε καμάρωνε ο παππούς κι ας μη στο έλεγε ποτέ.

Θυμάμαι την καλοσύνη σου, σαν εγγόνι πάντα δε ξέχναγες να δώσεις το κατιτί σου. Δεν είχα παράπονο, ότι μπορούσες θα το έκανες για εμάς.

Φίλευες τους ξένους, τους συγγενείς, μα τα καλύτερα τα κράταγες για μας.

Ναι παράξενη ήσουν σε πολλά, το ένα μύριζε το άλλο δε σου έκανε κέφι, πάντα έτσι σε θυμάμαι, να λυπάσαι να φας το κατσίκι που τάιζες με το μπουκάλι, που το είχες ξεγεννήσει.  Αλλά τόσα χρόνια τράβαγε αυτό , δε θα άλλαζες στα τελευταία. Ζήταγες τα δικά σου, αυτά που ποθούσες, χωρίς να υπερβαίνεις τη λογική. Μια μάρκα κρέμες,ψωμί απ'ο το φούρνο της πάνω γειτονιάς.

Θυμάμαι πως σε πείραζα σαν έβλεπες τα δακρύβρεχτα σήριαλ, ανάσα δεν ήθελες να ακουγόταν, θα το έβλεπες και μετά θα έτρωγε ο παππούς. Να μάθει να περιμένει έλεγες.

Μεγάλωσες στις κακουχίες, σκληρή, με αντοχές ζηλευτές. Δε τη φοβόσουν τη δουλειά, την κούραση, πάντα έτοιμη να ιδρώσεις ακόμα λίγο. Ακόμα και τα ζωντανά σου, ένιωθαν αυτή τη δύναμη. Υπάκουα σε κάθε παράγγελμα. Ακόμα θυμάμαι πόσο καιρό σε παρακάλαγα να πάρω μόνος το άλογο.
'' όχι ακόμα, σαν μεγαλώσεις '' κι άξαφνα μια μέρα μια εντολή εύηχη στα αυτιά μου. '' Σύρε πάρε το άλογο κι άει βρες τον παππού σου στον κάμπο''

Σε ευχαριστώ

Για τις μυρωδιές και γεύσεις που ποτέ δε θα ξεχάσω.

Η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού στο ξυλόφουρνο . Τι υπέροχη γεύση είχε σαν μου το έδινες μαζί με φέτα. δικιά σου κι αυτή. Φώναζες βέβαια να μη το τρώω καυτό και πάθει το στομάχι μου. Αλλά  ήταν το καλύτερο ψωμί που δοκίμασα ποτέ!

Θυμάμαι και κάτι μεσημέρια μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού , εσύ να τηγανίζεις με το γκάζι, χοιρινή μπριζόλα. Και να τη ''σβήνεις '' με κρασί. Ειλικρινά οσμές παραδεισένιες, ξέχναγα και το παιχνίδι κι όλα.

Κι ήταν και κάτι απογεύματα που έδινες άδεια να πλησιάσω το βάζο στο ψυγείο. Εκείνο με το μελιτζανάκι. Σε παρακάλαγα κάθε φορά να βάζεις περισσότερα αμύγδαλα , μα ποτέ δε θα χάλαγες τις αναλογίες. Και καλά έκανες γιατί η γλύκα του ακόμα χαιδεύει τον ουρανίσκο μου.

Σε ευχαριστώ

Έρχονται στο νου μου εικόνες από τον κάμπο σαν μου μάθαινες να φυτεύω πατάτες, κρεμμύδια , από το μάζεμα των ελιών , ακόμα κι από το άρμεγμα της κάθε κατσίκας. Ναι τους έδινες ονόματα , δενόσουν με τα ζώα όπως μόνο εσύ μπορούσες. Εξαιρώ τις κοτούλες, αυτές τις κακομοίρες λες και τις είχες άχτι. Τόση φροντίδα , μα σαν ερχόταν η ώρα τους, τις  ''έστριβες'' . Σε έκανε η ζωή έτσι, μια γυναίκα που για την εποχή της ήταν διαφορετική. Αν γεννιόσουν σήμερα θα έφτανες πολύ ψηλά, υπάρχουν λίγες εκεί έξω που θα τα συνδύαζαν όλα τόσο αρμονικά και με αποφασιστικότητα. Είμαι περήφανος που είσαι η γιαγιά μου.

Σε ευχαριστώ

Θυμάμαι και την επιμονή σου σε ότι πίστευες, αυτό που ήθελες θα το κυνηγούσες να το πετύχεις άσχετα αν φάνταζε για λάθος.  Είχες παραξενιές, είχες κι αρνητικά. Όμως ήσουν ο εαυτός σου και πήρα άπειρα μαθήματα ζωής από σένα και τη στάση σου . Τελευταίο παράδειγμα η αντοχή σου εκείνες τις πρώτες ώρες, τις δύσκολες . Δύναμη, στωικότητα, θάρρος . Δε το πίστευα, μόνο εσύ θα μπορούσες να αντέξεις τόσο.
 Νιώθω τυχερός για όλα, για κάθε μνήμη που φέρνω στο νου μου. Για κάθε σου στιγμή και κουβέντα. Ακόμα και για εκείνες τις λίγες φορές που με μάλωνες σαν ήμουν παιδί.

ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Αντίο Γιαγιά,  δε θα σε ξεχάσω ποτέ, να προσέχεις το παππού εκεί ε.....








Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

ΜΕΛΙΝΑ





Πριν λίγες μέρες γνώρισα ένα μικρό άγγελο. Ναι άγγελο. Μπορεί να μην πιστεύω στους ουρανούς και στους θεούς. Όμως αλήθεια σας λέω, τον είδα με τα ματιά μου.

     Μπήκα σε ένα πολύχρωμο δωμάτιο , γεμάτο κουκλάκια , ζωγραφιές και φωτογραφίες. Το διερευνητικό βλέμμα του μικρού αγγέλου που στεκόταν εκεί μπροστά με ξάφνιασε. Έψαχνε κάτι στον άγνωστο επισκέπτη που εισχώρησε στο χώρο της. Ίσως να έλπιζε πως στη τσάντα που κρατούσα υπήρχε κάποιο πολύτιμο δώρο. Με μικρά ασταθή βήματα, μιας και δυσκολευόταν να σέρνει μαζί και τη συρόμενη βάση με τον ορό που έσταζε φάρμακο, κατευθύνθηκε στο κρεβάτι της. Έμοιαζε να θέλει να ρωτήσει κάτι, φαινόταν καθαρά παρόλο που η μάσκα της έκρυβε το μισό πρόσωπό της. Τα ματάκια της συνέχιζαν να εξερευνούν. Δε μίλαγε, εξάλλου πόσες λέξεις να έλεγε ένας άγγελος 2.5 ετών ?

Με τη βοήθεια της μαμάς της ανέβηκε στο κρεβάτι, σταύρωσε τα ποδαράκια της και περίμενε. Έβγαλε τη μάσκα και το ταβάνι γέμισε αστέρια λαμπερά. Προσωπάκι γεμάτο λάμψη, τι κι αν είχε θαμπό χρώμα το δέρμα της. Δεν έχω δει πιο όμορφο αγγελούδι! Ε και τι έγινε που δεν είχε μαλλάκια! Τους αγγέλους τους ξεχωρίζεις από την καρδιά, όχι από την εμφάνιση!

Σαν έπιασε με τα μικρά της δάχτυλα μακρόστενο κουτί με το ασημένιο περιτύλιγμα και το φιόγκο, μια αστραπή φώτισε τα ματάκια της. Ελπίδα! ‘’Δε μπορεί , ίσως ο άγνωστος να έφερε κάτι όμορφο, κάτι να μη πονάω’’ θα σκέφτηκε η μικρή . Όλα τα παιδιά ανοίγουν  ανυπόμονα τα δώρα τους και τούτο το όμορφο πλασματάκι δε θα ήταν η εξαίρεση. Όταν είδε τη μεγάλη σοκολάτα ένιωσα πως είχα κάνει το πιο ακριβό δώρο του κόσμου!! Ήθελα να πάω να αρπάξω τον μικρό άγγελο, να του χαρίσω τη πιο δυνατή και ζεστή αγκαλιά μου. Μα δεν επιτρέπεται. Τα μικρόβια επικίνδυνα για τα ‘’φτερά’’ της και τι θα γινόταν ένας άγγελος χωρίς φτερά?

Λαχτάρα, ναι, αυτή η παιδική λαχτάρα για σοκολάτα. Την πιπίλαγε, τη δάγκωνε, την κοίταζε ,έκοβε νέα κομμάτια, αχόρταγα! Ξέρω πως θα ήθελε να της είχα δωρίσει ένα γιατρικό, ένα φάρμακο να μην πονά ,να γίνει καλά και να γυρίσει στο σπίτι της να παίξει με τα αδέρφια της. Μακάρι να μπορούσα, ίσως η σοκολάτα να είχε μια μαγική επίδραση, ένα φάρμακο λίγων λεπτών, που σε ταξιδεύει μακριά από νοσοκομεία, ορούς εξετάσεις , να σου παίρνει τον πόνο.

Όσο έτρωγε μαλάκωνε το βλέμμα της, θαρρείς και αποδέχτηκε τον ξένο που της χάρισε το γλυκό διάλειμμα. Πάσχιζα να την αποσπάσω την προσοχή με γκριμάτσες, όμως είτε η σοκολάτα ήταν άξιο φάρμακο είτε ο συνεσταλμένος άγγελος δεν αφηνόταν σε χαμόγελα. Λες και γνώριζε την κρισιμότητα της κατάστασής της. Έστρεψε το κεφάλι της στο τοίχο με τις φωτογραφίες. Τότε την πρόσεξα, σίγουρα ήθελε να την δω. Μια από αυτές απεικόνιζε , σε μια αυλή με γκαζόν ένα χαμογελαστό πανέμορφο κοριτσάκι με γαλάζιο φορεματάκι μέχρι το γόνατο. Δέσποζαν τα καστανά , μακριά μαλλιά της. Ήταν ο ίδιος άγγελος. Η μικρή με τον τρόπο της μου έδειχνε πόσο όμορφη ήταν τότε, εκεί στο σπίτι της, πριν αρχίσει ο γολγοθάς. Όμως εγώ έβλεπα εκεί μπροστά μου, το πιο όμορφο αγγελούδι, τα μάτια της κυριαρχούσαν , σε κυρίευαν. Σε  κάρφωναν βαθιά. Αναζητούσαν απαντήσεις. Μα τι να πεις .Πως να εξηγήσεις σε ένα πλάσμα 2.5 ετών?

Έχοντας φάει μπόλικες πλάκες σοκολάτας  και χαρίζοντας ένα μισό χαμόγελο πιθανώς ευγνωμοσύνης, ξάπλωσε απαλά στην πράσινη κουβέρτα της. Ακούμπησε με προσοχή το χεράκι της που είχε τον ορό στο πλάι. Καταλάβαινε απόλυτα ότι δεν έπρεπε να πάψει η ροή! Ναι σε αυτή την ηλικία έμοιαζε να έχει πλήρη επίγνωση της ανηφόρας που τραβάει.
Αποκοιμήθηκε σε   δευτερόλεπτα, λογικό αφού ο οργανισμός της έχει φτάσει σε οριακά επίπεδα. Χρειάζεται ξεκούραση, μικρές στάσεις για να συνεχίσει να μάχεται. Πιστέψτε με δεν έχω ξαναδεί πιο όμορφη εικόνα. Ο μικρός άγγελος να κοιμάται ήσυχα, γαλήνια , σαν να ταξίδευε σε μια μακρινή παιχνιδούπολη.

Ήθελα να κλάψω αλλά δε το έκανα. Να δακρύσω γιατί ήταν από τις λίγες φορές που ζήλεψα τόσο ένα παιδί. Πόθησα να είχα κι εγώ ένα δικό μου άγγελο. Δε μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Μια όαση , ένα εξωπραγματικό σκηνικό. Δε μπορούσα να δεχτώ αυτή την άδικη χρωματιστή ‘’φυλακή’’  για το μικρό άγγελο! Τα γιατί ξεπηδούσαν από παντού.

Λίγα μόλις λεπτά, η μικρή ξύπνησε. Σήκωσε με αφέλεια το αριστερό χέρι της κι έτριψε το μουτράκι της για να ‘’προσγειωθεί ΄΄ στον πλανήτη του πόνου. Ανασηκώθηκε . Το βλέμμα της περιφέρθηκε στο δωμάτιο, προσπέρασε από μένα λες και ήμουν αόρατος. Έμεινε να κοιτά τη μητέρα της. Ένα δάκρυ αργά, βασανιστικά πρόβαλε από τα πιο υπέροχα μάτια τούτου του κόσμου. Ένα δάκρυ ποταμός που έπνιξε τη ψυχή μου. Αν υπάρχει θεός ήθελα να ήξερα αν θα άντεχε να βλέπει αυτό το δάκρυ.

Το σώμα του αγγέλου βίωνε τον πόνο, έναν άδικο μα τόσο άσχημο πόνο! Ότι λέξη κι αν εκστόμισα η μικρή δε μπορούσε να την κατανοήσει. Εξάλλου πώς να αιτιολογήσεις ,πώς να την κάνεις να καταλάβει μια αρρώστια που την ‘’ματώνει’’ βαθιά. Ήθελε τη μοναξιά της. Να κλάψει δίχως θεατές, να παλέψει τον πόνο που δε καταλάβαινε, που δε μπορούσε να ομολογήσει. Ακολούθησα τη σιωπηλή ικεσία της, σηκώθηκα να της αφήσω ελεύθερο το χώρο της. Όταν η μαμά της είπε πως θα ξαναερχόμουν σύντομα με άλλη μεγάλη σοκολάτα και πως τώρα έπρεπε να χαιρετήσει τον άγνωστο που μπήκε στον  ‘’πλανήτη ‘’ της, η μικρή γύρισε  προς το μέρος μου .ύψωσε το ταλαιπωρημένο χεράκι της με τον ορό, έγνεψε τόσο γλυκά, λέγοντας το πιο εύηχο ‘’γεια΄΄ που μου έχουν πει!  Ανταπέδωσα το χαιρετισμό κι απομακρύνθηκα με όση δύναμη μου είχε μείνει. Τόσα ανάμικτα συναισθήματα πετούσαν τριγύρω. Μα περισσότερο είχα στο νου μου , αυτό το βλέμμα. Ναι υπάρχουν άγγελοι, πλέον το πιστεύω!

**Αυτές τις ώρες ο μικρός άγγελος δίνει έναν άνισο αγώνα με αξιοπρέπεια που θα τη ζηλεύαμε όλοι! Η μικρή μαχήτρια της ζωής, παλεύει να νικήσει. Με τα ‘’φτερά ‘’ της να σκίζουν τον αέρα πασχίζει να κρατηθεί  κόντρα σε έναν τυφώνα. Τι κι αν είναι ακίνητη, αυτή ‘’πολεμάει’’ με κάθε κύτταρο της!

Χρειάζεται τη βοήθεια μας…..Ο καθένας από το μετερίζι και τα πιστεύω του.
Είτε με προσευχή είτε με ένα σφίξιμο της γροθιάς και ένα καθαρό βλέμμα προς τον ουρανό είτε με τη θετική σκέψη μας…

Μικρή Μελίνα θα κερδίσεις και σύντομα θα σου φέρουμε πολλές σοκολάτες! Όχι με αμύγδαλα, από εκείνες τις γλυκές  που σου αρέσουν.

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ ''BELLA''






Μια καλοκαιρινή μέρα, με τον ήλιο να λάμπει, μα ένα αεράκι να δροσίζει την ατμόσφαιρα.
Εκείνη τη μέρα διάλεξε να επιστρέψει. Ίσως τελικά η μέρα η ίδια να διάλεξε να τη στείλει πίσω.
Η εξορία στο νησί της, μόλις είχε λήξει. Το πλοίο ''Bella'' τραβούσε σταθερά προς το μεγάλο λιμάνι. Επιστροφή στη στεριά και στη ζωή !

Ο κόσμος λίγος, οι περισσότεροι τέτοια εποχή είχαν την αντίθετη κατεύθυνση. Ακόμα και τώρα εκείνη πήγαινε κόντρα στο ρεύμα. Ανέβηκε στο κατάστρωμα, ήθελε να ατενίζει το νέο ορίζοντα. Δεν είχε πια τα γυαλιά ηλίου, τα πέταξε σαν σάλπαρε το καράβι. Να τα βλέπει όλα χωρίς φίλτρο, να ξεχωρίζει τα αληθινά!

Στάθηκε στην άκρη της κουπαστής, λευκό ντυμένο στο μαύρο. Πάντα απλή, << Η ουσία είναι μέσα μας>> ήταν ένα  από τα '''μότο'' της.

Θα έμενε εκεί μέχρι να δέσει η άγκυρα, πίσω δε θα κοίταζε, μόνο μπροστά είχε πια.
Μια μελαγχολία κρυβόταν στα μισόκλειστα βλέφαρά της. Μελαγχολία όχι για όσα άφηνε, μα για όσα έχασε τόσο καιρό. Οι αφέλειες της χάιδευαν απαλά το πρόσωπό της. Το αεράκι συνεχώς δυνάμωνε , ανακάτευε τα μαύρα της μαλλιά. Μαζί όμως φούντωνε και τη φλόγα μέσα της. Η φλόγα για τον έρωτα!

Παρατηρούσε τον ουρανό να κατηφορίζει και να σμίγει με τη θάλασσα. Αποχρώσεις του μπλε. Πόσο λάτρευε το μπλε. Είτε το βαθύ είτε το γαλάζιο, κάθε τι μπλε. Ήταν ήρεμη, αποφασισμένη. Πλέον δε θα έχανε καμιά στιγμή να φύγει από τα χέρια της.

Μέσα της ηχούσαν μελωδίες, νότες πετάγονταν από τα μάτια της και χάνονταν στα μικρά λευκά κύματα. Μπροστά ήταν το ταξίδι, μπροστά κι ο προορισμός.  Το πιο όμορφο τραγούδι δεν είχε γραφτεί ακόμα για εκείνην. Μα ήδη η σύνθεσή του είχε ξεκινήσει.

Μια μακριά μαύρη τούφα από τα μαλλιά της, άγγιξε απαλά τα χείλη . Χαμογέλασε. Το αγέρι συνέχιζε τα παιχνιδίσματα με την τούφα. Το ένιωσε . Θαρρείς και ήταν  φιλιά. Τα χείλη της έτοιμα να αφεθούν. Σαν γοργόνα έστεκε  , περιμένοντας έναν πειρατή, να παρασυρθούν μακριά σε νερά αταξίδευτα, με το πλοίο του έρωτα.

Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΣΟΥ?


       Άνοιξη 2002,


       Απρίλης

    Ο αττικός ουρανός καθαρός , γλυκιά νύχτα με μια παράξενη υγρασία. Το κορίτσι κι εγώ βόλτα στην πόλη. Να περπατήσουμε στο κέντρο, Ερμού , Μοναστηράκι με κατάληξη στου Ψυρρή.
Ανέμελα χρόνια βλέπεις! Έρωτας, φοιτητική ζωή και πολλά χαμόγελα!

    Χέρι με χέρι , βλέμματα γεμάτα πόθο και κουβέντα για τα σχέδια του καλοκαιριού. Κι άξαφνα σαν στρίψαμε σε ένα μικρό στενό , πετάχτηκε μια από εκείνες τις αθίγγανες , που αποτελούν κάτι σαν τοτέμ για την περιοχή. Δε κράταγε λουλούδια, όπως οι περισσότερες  συνηθίζουν και τα σπρώχνουν με αποφασιστικότητα σε όποιον συνοδεύει θηλυκό!

   Ήρθε ευθεία πάνω μου.  <<Να σου πω τη μοίρα σου>>. είπε με ύφος στρατηγού που διατάσσει φαντάρο.
Χαμογέλασα , με ένα νεύμα του κεφαλιού της αρνήθηκα. Την ίδια ώρα ένιωσα τα δάχτυλα της κοπελιάς μου να σφίγγουν τα δικά μου. Προφανώς τρόμαξε από την ιδιαίτερη τσιγγάνα με τα τεράστια μαύρα μάτια!

Προσπάθησα με ήρεμο βήμα να παρακάμψουμε την τσιγγάνα, μα εκείνη έφραξε ταχύτητα πάλι το διάβα μας. Δίχως ντροπή και πολλή σκέψη , άρπαξε το δεξί μου χέρι . Πιτσιρικάς εγώ, δεν ήξερα ότι θα με αιφνιδιάσει τόσο επαγγελματικά. Τα ροζιασμένα της δάχτυλα άρχιζαν να επεξεργάζονται την παλάμη μου, μόνο μια ματιά έριξε προς τα εκεί, τόσο χρειάστηκε.
<< Ασήμωσε με , να στα πω όλα>>

<< Μα δε θέλω, δε τα πιστεύω αυτά, συγνώμη κιόλας αλλά ατύχησες, βρες κανένα άλλο>>.
απάντησα και τράβηξα με βία το χέρι μου. Η κοπελιά πλάι να τρέμει σαν ψάρι, θαρρείς και αισθανόταν πως κάτι άσχημο θα γίνει ή θα ακουστεί γύρισε και με παρακάλεσε να φύγουμε γρήγορα.

Η τσιγγάνα δεν έχασε καιρό, ξανά μπήκε μπροστά μου. << Θα μάθεις σημαντικά πράγματα για σένα και για τη μαυρομαλλούσα??

Γέλασα και με μια απαλή κίνηση την παραμέρισα και προχωρήσαμε μπροστά.

<< Κάνε το άλλο τότε γαλανομάτη?? Ασήμωσε με για να μη σου πω τίποτα. Μπορεί να μη θες να ακούσεις τα κακά που διάβασα στο χέρι σου>>

Ταράχτηκα, πρώτη φορά άκουσα να λέει τσιγγάνα κάτι τέτοιο. Επιτάχυνα , σχεδόν τραβώντας και σέρνοντας την κοπελιά μου.  Όμως η αντίπαλος μου δε το έβαζε κάτω, με δυο δρασκελιές μας έφτασε . Άρπαξε το μπράτσο μου. Σταμάτησα. Γύρισα απότομα , την αγριοκοίταξα.
<< Παράτα με, δε θέλω σου είπα!>>

Φάνηκε πως πείστηκε, χαλάρωσε λίγο τη λαβή της, χαμογέλασε, έστρεψε το βλέμμα της στην κοπελιά και της έκλεισε πονηρά το μάτι.
<< Γαλανομάτη μέρα γιορτινή γεννήθηκες! Πλησιάζουν γενέθλια σου σε λίγες μέρες. Μόνο ένα θα σου πω και θα φύγω>>.

Γούρλωσα τα μάτια, η πονηρή τσιγγάνα είχε χτυπήσει διάνα! Σχεδόν σταμάτησα την ανάσα μου. Ήθελα να ακούσω τι θα έλεγε. Όλες οι αισθήσεις μου εστίασαν πάνω της.

<<  Να προσέχεις  όταν η μέρα που γεννήθηκες θα είναι διπλή γιορτή! Γιορτή γεμάτη χαρά και γλέντια για όλους. Μια τέτοια μέρα θα αλλάξεις μονοπάτι, θα φύγεις, θα χαθείς!>>

Μέχρι να καταλάβω τι εννοούσε, είχε χαθεί μέσα στο πλήθος που περνούσε γύρω μας.

Η κοπελιά μου γύρισε με αγκάλιασε << Μη της δίνεις σημασία ,χαζομάρες λένε , να τρομάξουν όποιον δε τους δίνει τίποτα>>

Μπορεί να είχε δίκιο, περίεργη φάρα κιόλας, γεμάτη από πονηράδα μα και με αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά και ικανότητα να επιβιώνουν αιώνες τώρα!

Συνεχίσαμε  αμίλητοι τον περίπατο μας. Μια ψύχρα είχε εμφανιστεί ή ήταν ιδέα μου? Ασυναίσθητα αγκάλιασα την κοπελιά, να την προστατέψω από την αναπάντεχη δροσιά.

Μέσα μου είχε μπει το σαράκι. Η γύφτισα το είχε πετύχει! Αναρωτήθηκα τι μπορεί να σήμαιναν όλα αυτά που εκστόμισε.

Άνοιξη, 2005

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

Σήμερα το πρωί θυμήθηκα τα λόγια της γύφτισας! Ξύπνησα με την εικόνα της, λες και με άγγιζε πάλι τούτη τη στιγμή. Φοβήθηκα!! Άκουσα φασαρία έξω. Το γλέντι είχε αρχίσει, ψήνανε το αρνί .

ΠΑΣΧΑ.. Πρώτη φορά τούτη η διπλή γιορτή με έκανε να σαστίσω! Σηκώθηκα με επιφυλακτικότητα. Είμαι από τους ανθρώπους που δε γοητεύονται από τα γενέθλια τους! Σήμερα υπήρχε ακόμα ένας σοβαρός λόγος να μη τα θέλω!


Άνοιξη . 2016

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ , ΠΑΣΧΑ

...............................?




Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Να αρνείσαι την αλήθεια είναι εύκολο , το δύσκολο είναι να ζεις με το ψέμα




Να ψάχνεις απαντήσεις σε ερωτήματα τόσο απλά και να χτυπάς σε τοίχο με εκατό χλμ.

Τι κάνεις λάθος? πολλά και τίποτα

Άραγε γιατί να την κάνουμε τόσο δύσκολη την πουτάνα τη ζωή?

Πόσες λέξεις χρειάζεσαι για να κρύψεις το πόθο από τα μάτια σου?

Καλά εμένα με έχεις στήσει για εκτέλεση, τον εαυτό σου τον σκέφτηκες?

Να αρνείσαι την αλήθεια είναι εύκολο , το δύσκολο είναι να ζεις με το ψέμα

Ως πότε? ως πότε θα βαριέσαι τη ζωή σου?

Ξέρεις υπάρχει χρόνος, έχεις ελπίδα αρκεί να σηκωθείς , να αφεθείς στο τώρα.

Αν δεν είναι έρωτας τι είναι?

Κοιτάω τον καθρέφτη , το είδωλο πιο καθαρό από ποτέ, διάφανο, βλέπω μέσα του...

Λάθος? ας κριθώ, θα πονέσω? αντέχω γιατί αξίζει...

Πόσες φορές σταμάτησα ένα βήμα πριν θυμώσω? πολλές....

Είναι η ματιά σου που με κρατάει ... η φωνή που ακόμα λέει το όνομά μου...

Ξέρεις κάθε νύχτα που περνά είναι μια χαμένη νύχτα....

Πως μπορείς? δεν είναι εύκολο... αναρωτιέσαι πως μπορώ εγώ ε? αν ήξερες , αν μπορούσες να δεις το είδωλο που είδα εγώ στον καθρέφτη θα ήσουν ήδη εδώ!

Δε με νοιάζει ακόμα κι αν παραμυθιάζομαι, κι αντίδοτο να με βαφτίσουν.

Ναι θυμάμαι το έχεις αρνηθεί.... τι να τα κάνω τα λόγια? το βλέμμα θέλω πίσω...

Γκάζι, όχι για να φύγω μακριά, να πετάξω ψηλά θέλω....να απογειωθώ

Δεν έχω όλες τις απαντήσεις σε ότι ρωτάς, δεν υπάρχει τρόπος να πω όσα θέλω .

Γιατί βασανίζεσαι?  Γιατί βασανίζομαι?

Κάποιος με ρώτησε αν θυμώνω? ακόμα? πότε?

Άντε να εξηγήσεις τώρα....

Ρώταγες πως το ήξερα και το πίστευα... Είναι που είχα δει το βλέμμα σου..

Μα αυτό που δε γνωρίζεις και δεν έμαθες ακόμα είναι τι έχει το δικό μου βλέμμα.

Τι φοβάσαι? κι εγώ φοβάμαι

Με φοβάσαι ε? άραγε όσο φοβάμαι εγώ εμένα ή εσένα?

Ναι μα ξέρεις πως ίσως και να με ποθείς πιο πολύ από όσο έχω ονειρευτεί!

Τι λες? ποτέ δε λες... νομίζεις πως εγώ τα λέω όλα?

Όχι ακόμα... θέλω να τα ακούς όταν είσαι ένα μαζί μου..

Ακούς? Ακούω πάλι να λες το όνομά μου

Βαθύ βλέμμα , ικεσίας πόθος , έρωτας , πάθος βγαλμένο από μελωδίες του ουρανού...

Μη φοβάσαι

Να αρνείσαι την αλήθεια είναι εύκολο , το δύσκολο είναι να ζεις με το ψέμα

Γεμίζω το ποτήρι... Στο νου μου φέρνω πάλι εσένα... Περίεργο, το αλκοόλ μυρίζει σα ξύλο βελανιδιάς.

Γυρνώ πλευρό. Αλήθεια είναι? 

Ξαπλωμένη πλάι εσύ. Όνειρο? Ψέμα?

Ότι κι αν είναι είναι πανέμορφο... Σκύβω και σου ψιθυρίζω στο αυτί όσα δε σου έχω πει ακόμα