Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

ΕΝΑ ΜΑΓΙΟ ΜΕ ΦΙΟΓΚΟΥΣ *2

   Οι φιόγκοι λύθηκαν, το μαγιό έπεσε, εκείνη έστεκε εκεί. Ολόγυμνη, απόλυτα όμορφη, αποκλειστικά δική του.

Άρχισε να την αγγίζει ευλαβικά ανάμεσα στους γοφούς, τα δάχτυλά του σαν έμπειροι ιχνηλάτες , ήξεραν που να κατευθυνθούν. Οδηγούσαν μέσα από μονοπάτια, γνωστά μα και απάτητα,  για να φτάσουν στην πολυπόθητη πηγή που θα τους ξεδιψάσει.

Η Τίνα έστεκε σαν άγαλμα, ακίνητη με την αδαμάντινη επιδερμίδα της να λαμπιρίζει κόντρα στον ήλιο. Ήθελε να  τον τραβήξει μέσα στο δωμάτιο, να κρυφτούν από τυχόν απρόσκλητα μάτια, αλλά δε μπορούσε. Την είχαν καθηλώσει τα χάδια του, περίμενε κάθε επόμενη κίνησή του με ανυπομονησία μα και σιγουριά πως θα την αποζημιώσει για όλη της την στωικότητα.

Ο Χρήστος πλησίασε το κεφάλι του λίγο πιο ψηλά από το αριστερό της γόνατο, δίνοντας την ένα ανεπαίσθητο φιλί . Ταυτόγχρονα είχε σηκώσει το βλέμμα του και την κοίταζε, ήταν η στιγμή που  μιλούσαν τα μάτια, πετούσαν σπίθες πόθου.  Του χάρισε ένα χαμόγελο , γλυκό και πονηρό συνάμα , σαν εκείνες τις γλυκόξινες σάλτσες των ανατολίτικων φαγητών.

Εκείνος αφού είχε πάρει το νεύμα συγκατάνευσης και διαταγής συνέχισε να ακουμπά ελαφρά τα  χείλη του ανεβαίνοντας όλο και πιο κοντά στην πηγή της. Είχε αρχίσει να τρέμει καθώς τον ένιωθε να την κυριεύει . Δεν είχε σκοπό να προβάλει αντίσταση, ήθελε να του παραδοθεί, εκεί έξω , στην αγκαλιά του καυτού ήλιου. Μια άναρθρη κραυγή, κάτι σαν ναι , βγήκε από το στόμα της  καθώς δέχτηκε την επίθεση της γλώσσας του στα περίχωρα της πηγής .

<< Σε θέλω, εδώ, με μάρτυρα τον ουρανό ,να δει πως εσύ κι εγώ γινόμαστε ένα  >> της είπε σιγανά εκείνος , την ώρα που τα χέρια του ανέβαιναν αργά και λάγνα στους λόφους των οπίσθιων της.

Εκείνη αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να συμμετέχει ενεργά στην ένωσή τους. Τέντωσε τα χέρια της , περιεργάστηκε τα κοντά του μαλλιά και πίεσε με αποφασιστικότητα ώστε να τον φέρει σε απόλυτη επαφή με την πηγή της. Ο Χρήστος περίμενε εναγωνίως αυτή τη στιγμή, έτσι άρχισε να χάνεται, βουτώντας τη γλώσσα του όλο και πιο βαθιά στην πηγή. Όταν άκουσε τη Τίνα να  τον ικετεύει να μπει μέσα της , την άρπαξε και την έβαλε με την πλάτη πάνω στο φρέσκο-κουρεμένο γκαζόν.

Όμως δεν ήταν σίγουρος πως είχε έρθει η στιγμή να εισακούσει την ικεσία της, ίσως γιατί ποθούσε να  την αναγκάσει να  τον διατάξει, να τη δει να καίγεται να γίνουν ένα. Όρμησε προς το στήθος της, οι θηλές της έμοιαζαν με μικρά κεράσια έτοιμα να εκτοξεύσουν τους χυμούς τους. Με τις πρώτες μικρές μα άγριες δαγκωματιές του , το σώμα της άρχισε να πάλλεται. Δίψαγε για εκείνον , για το σώμα του, για το πάθος του  και την διέγειρε ακόμα πιο πολύ ο πόθος του για την ίδια.

Τον τράβηξε  με βία προς τα πάνω, πλέον τα χείλια τους ενώθηκαν. Δεν προλάβαιναν να πάρουν ανάσες, έπαιρνε οξυγόνο ο ένας από τον άλλο. Η εναλλαγή από παθιάρικα άγρια φιλιά με εκείνα τα αργά, τα αισθησιακά ήταν απίστευτα γρήγορη. Ο Χρήστος  κόντευε να εκραγεί, ήταν έτοιμος να χαθεί μέσα της. Αλλά είχε πείσει τον εαυτό του πως θα περίμενε εκείνη και την διαταγή της, όταν θα είχε φτάσει ο πόθος της ένωσης στο αποκορύφωμα του.

<< Έλα  μέσα μου, ένα , να γίνουμε ένα....>>

Και τότε δίχως σκέψη και δισταγμό , εκείνος εισχώρησε μέσα της. Δυο παλλόμενα σώματα, δυο ψυχές ενωμένες. Φιλιά , αγγίγματα, χάδια , νύχια που χάραζαν το δέρμα , γλώσσες μπερδεμένες, κύταρα να σμίγουν, δυο καρδιές να χτυπούν στον ίδιο ρυθμό.....








Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

ΕΝΑ ΜΑΓΙΟ ΜΕ ΦΙΟΓΚΟΥΣ

Η Τίνα είχε αργήσει να ξυπνήσει, τηρώντας την υπόσχεση στον εαυτό της,  πως τις λίγες μέρες διακοπών, θα τις χαιρόταν με το  δικό της τρόπο. Σήκωσε το τηλέφωνο και κάλεσε τη ρεσεψιόν. Αφού παρήγγειλε ένα πλούσιο πρωινό , φόρεσε το  κρεμ μαγιό της  με τις ροζ αποχρώσεις και έβαλε σε όλο της το σώμα άφθονο αντί ηλιακό. Όχι ότι είχε ανάγκη τα λάδια και τις λοσιόν μαυρίσματος, μιας και το δέρμα της ήταν ήδη άκρως μελαχρινό αλλά ήθελε να διατηρήσει την μεταξένια υφή της.

Βγήκε και έκατσε αναπαυτικά στο μεγάλο πορτοκαλί πουφ που βρισκόταν κάτω από μια τεράστια ομπρέλα. Το βλέμμα της χάθηκε στον μικρό όρμο που εκτεινόταν κάτω από τα σε σειρά χτισμένα bungalows . Το νερό είχε ένα απίστευτο πράσινο χρώμα. Σαν τα μάτια του σκέφτηκε και ένιωσε ένα μικρό  τίναγμα στην καρδιά της. Κάθε φορά που η σκέψη της τριγυρνούσε σε αυτόν, όλο το σώμα της, όλο το είναι της σκιρτούσε , όπως τότε στα εφηβικά της χρόνια.

Παρατήρησε πως στην χρυσαφί παραλία είχαν κατέβει όλοι οι ένοικοι των bungalows , κάτι λογικό μιας και το ρολόι έδειχνε δώδεκα. Εκείνη ήθελε την ησυχία της , οπότε συνήθιζε να κατηφορίζει μετά τις 4 το μεσημέρι. Ως τότε καθόταν και έγραφε στο laptop της το νέο της μυθιστόρημα . Η προθεσμία για να το παραδώσει πλησίαζε και έπρεπε να οριστικοποιήσει τις διορθώσεις.

 Όμως δεν ήταν εύκολο να συγκεντρωθεί μετά και τα όσα συνέβησαν τους τελευταίους μήνες . Δεν πίστευε πως θα ένιωθε πάλι ερωτευμένη και τόσο παθιασμένη , αλλά εκείνος ήταν τυφώνας που είχε εμφανιστεί για να την παρασύρει. Σχεδόν ένα χρόνο την πολιορκούσε επίμονα και αθόρυβα. Συνεργάζονταν στην έκδοση του  νέου της βιβλίου μα αυτός από την πρώτη στιγμή την είχε βάλει στο στόχαστρο του. Δε βιαζόταν, του άρεσε να συζητάνε  τις προτάσεις του για το εξώφυλλο. Αρχικά ,γιατί μετά άρχισαν να βγαίνουν βόλτες , πάντα απόμερα, επειδή η Τίνα ποτέ δεν ήθελε να δώσει στόχο . Αυτός δεν είχε θέμα , δε φοβόταν αν θα τους έβλεπαν, αν θα την αναγνώριζαν . Πάνω από όλα άκουγε τις επιταγές που πήγαζαν από μέσα του. Την  ήθελε, της το είχε δείξει με διάφορους τρόπους αν και ήταν πανέξυπνη και φυσικά το είχε καταλάβει. Όταν πριν λίγες εβδομάδες του πρότεινε να συνεχίσουν για ένα ποτό σπίτι του, τον ξάφνιασε. Η πρόφαση ήταν να δει κάποια από τα σχέδια  που της είχε  περιγράψει. Το αποτέλεσμα ήταν να σχεδιάσει πάνω στο αψεγάδιαστο σώμα της.

 Η Τίνα είχε σοκαριστεί από τη χημεία τους, ενώ όσο και να μην ήθελε να το παραδεχτεί , την είχε οδηγήσει αργά και σταθερά εκεί που ήθελε. Τον είχε ερωτευτεί, τον ποθούσε και την είχε κατακτήσει ολοκληρωτικά. Η μάλλον σχεδόν ολοκληρωτικά. Ακόμα αρνιόταν πεισματικά να κυκλοφορήσουν δημόσια, παρόλο την άνεση και την ανεμελιά του. Κάτι μέσα της έλεγε πως όσο κρατάει κρυφό αυτό το πάθος τόσο θα μένει ενεργό και καυτό.

Πριν μια βδομάδα του ανακοίνωσε πως θα αποσυρθεί για λίγες μέρες για να τελειώσει το βιβλίο. Δεν της έφερε αντίρρηση . Η Τίνα ήξερε πως δε θα μπορούσε να την ακολουθήσει γιατί αυτός θα δούλευε , επιπρόσθετα τα οικονομικά του δε θα σήκωναν τέτοιες διακοπές. Επίσης η απόσταση των 4.5 ωρών από την Αθήνα καθιστούσαν ανέφικτη την επίσκεψη του έστω και για μονοήμερη εκδρομή. Έτσι εκείνη θα ήταν ήρεμη να εργαστεί , να αφοσιωθεί στο νέο ''παιδί '' της όπως το ονόμαζε. Τις πρώτες δυο μέρες δεν επικοινωνούσε μαζί του παρά μόνο μέσω διαδικτύου. Όμως χτες τον πήρε τηλέφωνο, της έλειψε η φωνή του. Εκείνος είχε αντέξει αναγκαστικά μιας και ήταν σίγουρος πως όσο δε την  ενοχλούσε τόσο πιο εύκολα  θα κέρδιζε άλλη μια μάχη μαζί της.

Την στιγμή που ανακαλούσε στη μνήμη της τη σιγουριά της χροιάς της φωνής του καθώς της έλεγε σε θέλω, ο σερβιτόρος τής έφερε το τεράστιο δίσκο με το πρωινό.

Μόλις τα άφησε στο μικρό χαμηλό τραπεζάκι , την χαιρέτησε ευγενικά κι απομακρύνθηκε με γοργό βήμα. Το bungalow της ήταν το πιο απομακρυσμένο και κανείς δε την ενοχλούσε αν δε το ζητούσε αυτή. Χάζεψε τον όγκο των διαφόρων εδεσμάτων και έβαλε τα γέλια.
'' Μέχρι το βράδυ να τρώω δεν πρόκειται να τα καταφέρω, μακάρι να ήταν εδώ ο Χρήστος.''

Ήπιε μισή κούπα γαλλικό καφέ σκέτο και έφτιαξε και τρεις φρυγανιές με μαρμελάδα βερίκοκο. Την στιγμή που είχε μισό τελειώσει και την τρίτη φρυγανιά, άκουσε ένα παράξενο θόρυβο από την άκρη του φράχτη που αποτελούσε και όριο της συνολικής εγκατάστασης. Άξαφνα είδε το Χρήστο να εμφανίζεται σκαρφαλωμένος πάνω στα  ξύλινα κάγκελα.
<< Τι κάνεις εδώ? Πως ήρθες? >>
<< Καλημέρα είπαμε , δεν είπαμε.>> χαμογέλασε εκείνος καθώς την πλησίαζε.
<< Με τη μηχανή ήρθα, ξεκίνησα από τις επτά , μα δε στο είπα, για να σου κάνω έκπληξη.>>
<< Ποια μηχανή? Το μηχανάκι σου μόνο για την πόλη κάνει>> ψέλλισε εκείνη άναυδη.
<< Δανείστηκα τη μηχανή του Νίκου , την πάρκαρα εδώ. Θυμόμουν πως ανέφερες πως θα έκλεινες τη τελευταία βίλα>>

Η Τίνα είχα ανασηκωθεί και αναρωτιόταν αν όντως ήταν εκεί ο Χρήστος ή αν τα φανταζόταν όλα.
Αυτός άρπαξε με πάθος την κανάτα με το φυσικό χυμό πορτοκαλιού , και ήπιε σχεδόν τη μισή!
<< Έσκασα, δεν έκανα ούτε μια στάση κι όλα αυτά ξέρεις γιατί. Γιατί δε κοιμήθηκα χτες καθόλου, σε φανταζόμουν εδώ, μόνη κάτω από τον καυτό ήλιο . Κι έρχομαι εδώ και τι να δω. Είσαι πιο όμορφη κι από το όνειρό μου.>>

Η Τίνα ασυναίσθητα χαμογέλασε, πόσο τον λάτρευε αυτόν τον αυθορμητισμό του. Ακόμα κι αυτή η άγρια εικόνα του να έχει υψώσει την κανάτα του προσέδιδε μια αρρενωπότητα . Μέσα της ένιωσε πάλι το γνωστό σκίρτημα. Δε φοβόταν μήπως κάποιος τον είδε να εισχωρεί σαν κλέφτης εκεί. Δε την ένοιαζε ακόμα κι αν τους βλέπανε εκεί , σαν ένα τυπικό ζευγάρι.

Έσκυψε και τη φίλησε απαλά, εκείνη ένιωσε τη γεύση του χυμού να ορμάει με φόρα στο στόμα της. Αφέθηκαν έτσι λίγα δευτερόλεπτα, σαν να ανάσαινε ο ένας από τον άλλο. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο, μόνο οι 2 τους. Δυο σώματα, δυο καρδιές που θέλανε να σμίξουν.

Τη γύρισε απότομα , στρέφοντας την προς την παραλία
<<  Κοίτα το πέλαγος, εκεί θέλω να χαθώ μαζί σου, στο πουθενά, στο παντού, στο απέραντο του ωκεανού.>>

Η Τίνα ένιωθε υπέροχα, μοναδική , ποθητή και ερωτεύσιμη όσο ποτέ άλλοτε.
Ναι ήταν ερωτευμένη και θα μπορούσε να το φωνάξει να ακουστεί μέχρι την παραλία , μέχρι το τέλος της θάλασσας, μέχρι τον ήλιο.

Ο Χρήστος άρχισε να τη φιλάει στον αυχένα , μικρές δαγκωματιές στην ωμοπλάτη , η Τίνα αφέθηκε , ήταν όλη δική του. Πόσο λάτρευε το μελαχρινό της δέρμα, κάθε του φιλί ήταν και μια βουτιά μέσα στη θάλασσά της. Τα χέρια του είχαν κατέβει σε ένα αργό τέμπο στη μέση της, την πίεζε ελαφρά προς το σώμα του, ήθελε να νιώσει πως ήδη το κορμί του τον διέταζε να την κάνει δική του .

Τα δάχτυλά του κύλησαν στους γλουτούς της, τον τρέλαινε εκείνο το σημείο της , ίσως περισσότερο κι από το πλούσιο στητό στήθος της. Με μια περίτεχνη κίνηση έλυσε το πάνω μέρος του μαγιό της. Εκείνο έπεσε  πλάι στο πουφ, σαν λάφυρο που ξεφεύγει από τα χέρια πειρατών . Με τα χείλη του συνέχιζε να αγγίζει κάθε χιλιοστό της, ενώ παράλληλα είχε κλείσε στις παλάμες του τα στήθη της. Ήξερε πως να την κάνει να ανάψει κι άλλο, τις λίγες φορές που είχαν ήδη ενωθεί στο σπίτι του είχαν λειτουργήσει θαρρείς κι ο ένας ήξερε τον άλλο χρόνια.  Οι θηλές της είχαν ανταποκριθεί στο κάλεσμα του κι είχαν σκληρύνει υπερβολικά.

Κάθε κύταρό της ποθούσε να ενωθεί με ένα δικό του. Θα τον άφηνε να της κάνει ότι ήθελε, πριγκήπισα και σκλάβα του ταυτόγχρονα.

Πέρασε γρήγορα και γονάτισε μπροστά της. Έδωσε δυο πεταχτά φιλιά στις θηλές της και μετά κατέβηκε προς τον αφαλό της. Ο ήλιος αντανακλούσε στο σώμα της και του χάριζε ένα πανέμορφο χρώμα . Το έκανε πιο ποθητό από όσο μπορούσε να αντέξει ο Χρήστος.

Τα χέρια του περιπλανήθηκαν πάνω στο μικροσκοπικό της μαγιό, του άρεσαν οι αποχρώσεις του ροζ, ταίριαζαν με το σκούρο δέρμα της. Στο πλάι υπήρχαν δυο φιόγκοι που κρατούσαν το μαγιό στη θέση τους. Είχαν ένα παράξενο εκρού χρώμα. Πλησίασε και με τα δόντια του , άρχισε να λύνει τους φιόγκους τον ένα μετά τον άλλο. Η Τίνα είχε αρχίσει να τρέμει πριν καν νιώσει την ζεστή ανάσα του εκεί χαμηλά. Οι φιόγκοι λύθηκαν, το μαγιό έπεσε, εκείνη έστεκε εκεί. Ολόγυμνη, απόλυτα όμορφη , αποκλειστικά δική του.

.........................................................................................................( συνεχίζεται)




Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

ΟΝΕΙΡΟ ΕΤΩΝ 38

      Περπατούσε όλη νύχτα στην πόλη, δίχως προορισμό , ψάχνοντας για κάτι απροσδιόριστο. Στην αρχή συνάντησε  πολλούς στο διάβα του, κάποιοι να έχουν βγει να διασκεδάσουν σε μπαρ, άλλοι να συζητάνε για ταινίες και θέατρα. Υπήρχαν κι εκείνοι , λίγοι μεν, που έμοιαζαν να βιάζονται , υπόθεσε πως αυτοί πάνε ή επιστρέφουν δουλειά. Μετά είχε χαθεί στα μικρά στενά της πόλης, δε φοβόταν τα σκοτάδια. Η ματιά του επεξεργαζόταν κάθε πλατεία , κάθε γειτονιά που πέρναγε. Η νύχτα κυλούσε κι αυτός συνέχιζε να περπατά. Κόντευε ξημέρωμα , είχε ώρα να διασταυρωθεί το βλέμμα του με άλλου διαβάτη. Ίσως γιατί τούτη η γειτονιά ήταν πια απομεινάρι της παλιάς Αθήνας, σχεδόν ακατοίκητη.          Στο βάθος πίσω από την Πεντέλη είχε αρχίσει να κοκκινίζει ο ουρανός, οιωνός πως και σήμερα θα έκανε το αέναο ταξίδι του ο ήλιος. Παρατήρησε ένα μικρό γαλάζιο λουλούδι που είχε καταφέρει να φυτρώσει στο ελάχιστο χώμα  σε ένα κεφαλόσκαλο . Η πόρτα άντεχε στο πέρασμα του χρόνου, ξύλινη με τα μικρά τζάμια στο πάνω μέρος να απουσιάζουν. Πλησίασε και πρόσεξε πως η πόρτα είχε ακριβώς το ίδιο γαλάζιο χρώμα με το λουλούδι, λες και αυτό είχε γεννηθεί από μέσα της. Έκανε λίγα μέτρα και χάζεψε το κτίριο συνολικά , μια μονοκατοικία πιθανότατα χτισμένη στην περίοδο του μεσοπόλεμου. Το μόνο που έβλεπες αταίριαστο με το κτίριο ήταν ένα σύνθημα με κόκκινο σπρευ ''  ΤΑ ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΑ ΟΝΕΙΡΑ ΓΕΝΝΙΟΥΝΤΑΙ ΣΕ ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΑ ΣΠΙΤΙΑ''
       Ένα μικρό μπαλκόνι να στέκει ακόμα σε πείσμα της φθοράς του χρόνου, με βαριά σιδερένια μα σάπια κάγκελα.  Με τη βοήθεια από το φως της αυγής είδε ότι οι σοβάδες είχαν καιρό πέσει στο μεγαλύτερο μέρος του κτιρίου, τα τζάμια στα παράθυρα σπασμένα ή ραγισμένα. Μόνο στον πάνω όροφο υπήρχε ένα παράθυρο άθικτο και μπορούσε να διακρίνει ένα λευκό ύφασμα, κάποια κουρτίνα που είχε μείνει κρεμασμένη  τόσες δεκαετίες εκεί. Παραξενεύτηκε. Ασυναίσθητα προσέγγισε πάλι το μαρμάρινο κεφαλόσκαλο, έσκυψε και με μια απότομη κίνηση έκοψε το γαλάζιο λουλούδι. Τότε ήταν που άκουσε μέσα στην σιωπή του χαράματος έναν αναστεναγμό. Ή μήπως ήταν βογκητό. Σίγουρα ερχόταν από το εσωτερικό του σπιτιού . Έμοιαζε σαν κάποιος να πόναγε ή ακόμα και να ψυχορραγούσε.
     Αφουγκράστηκε πάλι, ναι ήταν σίγουρος πια, κάποιος μέσα στο ερειπωμένο κτίριο χρειαζόταν βοήθεια. Δίχως να διστάσει πλησίασε την πόρτα, ήταν ασφαλισμένη εξωτερικά με 2 τάβλες. Τράβηξε τη μια μετά την άλλη, έσπασαν αμέσως. Μια φευγαλέα σκέψη τον επισκέφτηκε , '' πως μπήκε μέσα ο άγνωστος κάτοικος του σπιτιού αφού η πόρτα ήταν σφραγισμένη εξωτερικά''....... Έγειρε τον ώμο του κι έσπρωξε . Στην αρχή νόμιζε πως δε θα ανοίξει , μα το τσίριγμα από το σύρσιμο της πόρτας τον έκανε κι αναθάρρησε. Μόλις σχηματίστηκε ένα κενό που τον χώραγε εισήλθε με προσεκτικά βήματα. Κάτω από τα παπούτσια του ακούστηκαν θραύσματα γυαλιού να σπάνε. Η μυρωδιά της υγρασίας και της κλεισούρας ήταν απίστευτα έντονη. Υπήρχε ένας μικρός προθάλαμος , τον διάσχισε αργά προσπαθώντας να εστιάσει τον τόπο προέλευσης του βογκητού  που εξακολουθούσε να ακούγεται με  σταθερό επαναλαμβανόμενο ρυθμό. Αριστερά υπήρχαν ξύλινες σκάλες που οδηγούσαν προς τον πάνω όροφο ενώ η πόρτα που αποτελούσε την είσοδο στον ισόγειο χώρο ήταν χτισμένη με τούβλα! Παράξενο λες και κάποιος είχε κλείσει οριστικά κάποιες αναμνήσεις εκεί, φοβούμενος μη τυχόν δραπετεύσουν. Άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά, ξύλινα και φθαρμένα , έτριζαν σε  κάθε του βήμα. Οι τοίχοι είχαν χάσει την παλιά τους αίγλη, η κουπαστή της σκάλας είχε πέσει με συνέπεια να προσπαθεί να ισορροπήσει χωρίς να καμιά βοήθεια.
      Σαν έφτασε στο πάνω όροφο , το φως ήταν πιο εμφανές , μιας και έμπαινε από τα παράθυρα ανεμπόδιστα. Ότι έπιπλο υπήρχε ήταν καλυμμένο από παχύ πέπλο σκόνης, ενώ μπορούσες να διακρίνεις αμέτρητες αράχνες και άλλα ζωύφια να σεργιανίζουν ελεύθερα.  Ο περίεργος αναστεναγμός τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Ακουγόταν πίσω από τη μοναδική πόρτα του ορόφου. Ο υπόλοιπος χώρος ήταν ενιαίος ενώ υπολόγισε πως το παράθυρο με την λευκή κουρτίνα βρισκόταν πίσω από την κλειστή πόρτα. Σήκωσε το χέρι του κι έπιασε το ξεχαρβαλωμένο πόμολο. Για ένα δευτερόλεπτο ο φόβος μπήκε στο αίμα του. Μα όχι , άκουγε αυτό το παραπονιάρικο ψίθυρο και έπρεπε να διαπιστώσει τι συνέβαινε. Άνοιξε επιφυλακτικά την πόρτα , έμοιαζε να φρακάρει μα ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει. Κάτω από το παράθυρο με τη λευκή κουρτίνα βρισκόταν μπρούμυτα το σώμα ενός άντρα ανάμεσα σε διάφορα απομεινάρια  από την παλιά ζωή του σπιτιού.
     Τον πλησίασε και σαν βρέθηκε αρκετά κοντά του, παρατήρησε πως μια λίμνη αίματος αυξανόταν από τη μεριά μεταξύ του σώματος και του τοίχου. Ο άντρας έμοιαζε να πονάει και να πασχίζει να κρατηθεί στη ζωή. Ακατάληπτοι ήχοι και ανάσες έβγαιναν από το στόμα του.
- Φίλε  είσαι καλά ?
Προφανώς  και δεν πήρε καμιά απόκριση. Έσκυψε σκεπτόμενος αν πρέπει να τον κουνήσει ή απλά να ειδοποιήσει ένα ασθενοφόρο. Σαν άγγιξε ανεπαίσθητα την πλάτη του πεσμένου άντρα συνειδητοποίησε πως εκείνος μίλησε πιο καθαρά από ότι προηγουμένως
- Τι είπες φίλε? θα ειδοποιήσω ασθενοφόρο , κρατήσου.
- Ήρθες τελικά ? άργησες γαμώτο... σε περίμενα τόσα χρόνια....

Σάστισε , τι εννοούσε ο άγνωστος. Θα ήταν κάποιο παραλήρημα λόγω του χτυπήματος και του αίματος που έχανε τόσο γοργά.

- Μη φοβάσαι φίλε , θα τα καταφέρεις , θα καλέσω βοήθεια αμέσως.
- Βοήθεια? Δε τη θέλω , εσύ  τη χρειάζεσαι. Εγώ τέλειωσα, μέχρι εδώ ήταν Γιάννη. Άργησες, χάθηκε χρόνος.

Μα πως ήξερε το όνομά του , τι σκατά γινόταν μέσα σε αυτό το ερειπωμένο σπίτι! Δε μπορεί παρά να λέει ασυναρτησίες μέσα στο φευγιό του από τούτο τον κόσμο. Έτυχε και είπε το Γιάννης.
Έψαξε το κινητό του στην τσέπη, το βρήκε , σχημάτισε τον αριθμό μα δεν υπήρχε σήμα για να προχωρήσει στην κλήση.

- Φίλε δεν έχει καθόλου σήμα εδώ, πρέπει να βγω λίγο έξω να βρω βοήθεια και να ξανάρθω, οκ?
- Δε θέλω βοήθεια είπα, μόνο μια υπόσχεση να μου δώσεις. Μη με ξεχάσεις ποτέ. ΠΟΤΕ ΑΚΟΥΣ?
Να θυμάσαι τούτο το ερείπιο, μη το ξεχάσεις μα να κινήσεις να βρεις , να χτίσεις να ζήσεις αλλού.

Ο Γιάννης έμεινε ακίνητος, πάλευε να κατανοήσει όλο αυτό το παράξενο λόγο του άγνωστου.

- Ορκίσου Γιάννη, μη ξεχάσεις και πάρε το δρόμο σου, αυτόν που ονειρεύτηκες, μην αργείς άλλο, ξεκίνα, κοίτα με στα μάτια και ορκίσου.....γρήγορα....σβήνω...δε μου έμεινε πολύς χρόνος

Ο Γιάννης έστεκε άφωνος, τι να πει, τι να απαντήσει, πλησίασε πάλι προς το κορμί του άγνωστου, έσκυψε και με το ένα του χέρι τον γύρισε αργά ανάσκελα. Φοβόταν πως θα αντίκριζε κάποια σοβαρή πληγή να τρέχει με αίμα, μα συνειδητοποίησε πως από το ύψος της καρδιάς έτσι, δίχως εμφανές σημάδι ανάβλυζε το κόκκινο ποτάμι που έρεε στο παλιό ξύλινο πάτωμα.
Άφησε το βλέμμα του να στραφεί προς το πρόσωπο του άνδρα και τότε διασταυρώθηκαν οι ματιές τους. Μα...πως ήταν δυνατόν.!!!
Γούρλωσε τα μάτια του, πάγωσε, έπαψε να νιώθει την καρδιά του να χτυπά. Ο άγνωστος, που τελικά μόνο άγνωστος δε του ήταν του χαμογέλασε και έσβησε .....Σφάλισε τα βλέφαρα και ταξίδεψε για ένα άλλο κόσμο.

Ο Γιάννης έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα να τον κοιτά.....Πόσο οικείος του ήταν! Μα αναζητώντας για μια λογική εξήγηση ένιωσε στο κεφάλι του μια πίεση, μια βουή κι ύστερα κατέρρευσε. Εκεί στο πάτωμα ο ένας Γιάννης δίπλα στον άλλο........


Το σώμα του τινάχτηκε λες και κάποιος είχε σταματήσει την παροχή οξυγόνου στους πνεύμονές του. Ανασηκώθηκε απότομα στο κρεβάτι του. Εφιάλτης? Τι ήταν αυτό? Η μήπως όνειρο? Νεκρός ?
Όρκος? Υπόσχεση? Ποιο μονοπάτι?

Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του, προσπάθησε να θυμηθεί που ήταν , τι ώρα ήταν....είδε το ηλεκτρονικό ρολόι στο κομοδίνο.... τότε συνήλθε....Όνειρο ετών 38....που άρχισε να γίνεται πραγματικότητα.
Θα τηρούσε την υπόσχεση που έδωσε στον εαυτό του, ξεκινώντας από εκείνη την μέρα, τη μέρα που τα λουλούδια είχαν τη γιορτή τους!



























Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ............

Και τώρα πρέπει να...............

Με τρεμάμενα χέρια έπιασα το τετράδιο κι ένα μολύβι. Ξεκίνησα να σχηματίζω γράμματα. Έμοιαζαν τόσο πληγωμένα . Λέξεις μισές, θαρρείς κι ήταν ανάπηροι ενός ακήρυχτου πολέμου.
Γράφω δυο αράδες μα σταματώ. Δε βλέπω , τα δάκρυα στάζουν. Λίγες ακόμα λέξεις προστίθενται μα  πλέον η πρώτη  γραμμή του κειμένου μούσκεψε, ξεθωριάζει.

Και τώρα πρέπει .........

Να σου πω τι? Να στο εξηγήσω πως? Τι είμαι εγώ για να μπορώ? Εμένα  ποιος θα μου απαντήσει στα ερωτήματα που χτυπάνε ανελλιπώς τα τοιχώματα του μυαλού μου? Τρέμω από την ένταση, σφίγγω δυνατά το μολύβι κι η μύτη του σπάει. Κλείνω τα μάτια μου μήπως και στεγνώσουν. Μετρώ από μέσα μου, αργά , μέχρι το δέκα κι ύστερα τα ανοίγω και στρέφω το βλέμμα μου προς το φως της λάμπας. Αντέχω! Τα βλέφαρα ακίνητα. Δε τυφλώνομαι και φέρνω στο νου μου τη λάμψη της ψυχής σου. Εντυπωσιακά φωτεινή , γεμάτη ζέση κι αγάπη!

Και τώρα πρέπει.........

Να μη τυφλωθώ, παρόλο πως οι κόρες των ματιών έχουν διασταλεί επικίνδυνα. Τσούζουν υπερβολικά, πασχίζω να δω. Κρυώνω. Θέλω να σου μιλήσω μα δε ξέρω τι να πω. Ποιες είναι οι λέξεις οι ορθές? Αναζητώ το δρόμο που οδηγεί στις απαντήσεις. Που πουλάνε δύναμη? Που θα αγοράσω θάρρος?  Τα δάχτυλα πάγωσαν, πήραν ένα άρρωστο λευκό χρώμα. Το μολύβι γλιστρά συνέχεια μα δε τα παρατώ, γράφω. Οι συσπάσεις στους μυς πληθαίνουν λες και τους διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα. Νιώθεις το ίδιο?

Και τώρα πρέπει........

Να συνεχίσω κι ας σκίζεται η ψυχή μου με κάθε γράμμα που γεμίζει τη λευκή σελίδα. Μα δε θα δειλιάσω , ακούς? Θα προχωρήσω κι ας πονώ. Το μολύβι βγάζει έναν σπαρακτικό ήχο και σπάει στα δυο. Παίρνω το μισό και γράφω. Για σένα γράφω! Τα χείλη μου ξεράθηκαν, η ανάσα παύει ανά διαστήματα. Δε ξέρω γιατί στα  γράφω όλα αυτά, άραγε εσύ ξέρεις?

Και τώρα πρέπει........

Να κολυμπήσω στα δάκρυα που πλημμύρισαν την καρδιά μου, το μέσα μου, όλο μου το είναι. Θαρρώ πως πλέον το αίμα που περνά από την καρδιά μετατρέπεται σε δάκρυα και κυλάει βασανιστικά σε κάθε χιλιοστό μου. Χτυπάει αργά η καρδιά, χτυπά στο δικό σου ρυθμό. Λες και ''ζωγραφίζει'' νότες με κάθε χτύπο  για να σου παίξει  ένα τραγούδι. Όσα δάκρυα κι αν κυλήσουν ο πόνος, το μέσα μου  δε ξεπλένεται. Δε γίνεται αυτό , ποτέ δε θα γίνει.

Και τώρα πρέπει ........

Να αντέξω, ακόμα κι αν ο σπαραγμός εκκωφαντικός. Ακούω καθαρά κάθε κύταρό μου να ραγίζει. Σπάει , ναι διασπάται και το ένα πλέον γίνεται δυο... Βαθιά ανάσα. Την κρατώ μέσα μου, θέλω να ακούσω και το τελευταίο κύταρο να διασπάται. Εκπνοή ελπίδας! Ανακουφιστική. Σου στέλνω τα νέα κύταρά μου που γεννήθηκαν, να σε συμπληρώσουν, να σε κάνουν να χαμογελάσεις. Με ένα χαμόγελο πιο όμορφο από ποτέ.

Και τώρα πρέπει .....Μα ξέρεις κάτι, ΔΕ ΜΠΟΡΩ. Με λυγίζει αυτό το πρέπει. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί πως θα αντιμετώπιζα αυτό το πρέπει. Με ματώνει και μόνο η ανάγνωση , η σκέψη αυτού του πρέπει.
Δε θέλω να πρέπει να....
Δεν αντέχω αυτό το γαμημένο πρέπει!!

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2016

ΑΝΤΙΟ ΓΙΑΓΙΑ



Και τώρα πρέπει να σε αποχαιρετήσουμε, φεύγεις μακριά.... Πέρασες αρκετά, καλά , κακά. Πολλά τα χρόνια που βάρυναν την πλάτη σου. Πάντα ξεχωριστή, δυναμική και με παραξενιές.

Ήσουν δεύτερη μάνα. Με τα καλά σου και τα άσχημα. Με τα χαμόγελα και τις φωνές σου. Μα τα αξίζεις τα δάκρυα που τρέχουν.

Φέρνω στο νου μου διάφορα, μνήμες και θύμησες από το χωριό.

Κάθε καλοκαίρι εκεί, να με κρατάς 2 μήνες, χατίρια δε χάλαγες μα ήθελες και να χεις το τελευταίο λόγο.

Εντολές, νουθεσίες , όλα με αγάπη και ενδιαφέρον δοσμένα '' μην αργήσεις, μη μπαίνετε στο λιοτρίβι, το νου σου στα φίδια'' .......

Είχες το τρόπο σου να επιβάλλεσαι , να παίρνεις αυτό που ήθελες, αφεντικό ήσουν. Και στο πορτοφόλι και στο σπίτι. Αλλά σε καμάρωνε ο παππούς κι ας μη στο έλεγε ποτέ.

Θυμάμαι την καλοσύνη σου, σαν εγγόνι πάντα δε ξέχναγες να δώσεις το κατιτί σου. Δεν είχα παράπονο, ότι μπορούσες θα το έκανες για εμάς.

Φίλευες τους ξένους, τους συγγενείς, μα τα καλύτερα τα κράταγες για μας.

Ναι παράξενη ήσουν σε πολλά, το ένα μύριζε το άλλο δε σου έκανε κέφι, πάντα έτσι σε θυμάμαι, να λυπάσαι να φας το κατσίκι που τάιζες με το μπουκάλι, που το είχες ξεγεννήσει.  Αλλά τόσα χρόνια τράβαγε αυτό , δε θα άλλαζες στα τελευταία. Ζήταγες τα δικά σου, αυτά που ποθούσες, χωρίς να υπερβαίνεις τη λογική. Μια μάρκα κρέμες,ψωμί απ'ο το φούρνο της πάνω γειτονιάς.

Θυμάμαι πως σε πείραζα σαν έβλεπες τα δακρύβρεχτα σήριαλ, ανάσα δεν ήθελες να ακουγόταν, θα το έβλεπες και μετά θα έτρωγε ο παππούς. Να μάθει να περιμένει έλεγες.

Μεγάλωσες στις κακουχίες, σκληρή, με αντοχές ζηλευτές. Δε τη φοβόσουν τη δουλειά, την κούραση, πάντα έτοιμη να ιδρώσεις ακόμα λίγο. Ακόμα και τα ζωντανά σου, ένιωθαν αυτή τη δύναμη. Υπάκουα σε κάθε παράγγελμα. Ακόμα θυμάμαι πόσο καιρό σε παρακάλαγα να πάρω μόνος το άλογο.
'' όχι ακόμα, σαν μεγαλώσεις '' κι άξαφνα μια μέρα μια εντολή εύηχη στα αυτιά μου. '' Σύρε πάρε το άλογο κι άει βρες τον παππού σου στον κάμπο''

Σε ευχαριστώ

Για τις μυρωδιές και γεύσεις που ποτέ δε θα ξεχάσω.

Η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού στο ξυλόφουρνο . Τι υπέροχη γεύση είχε σαν μου το έδινες μαζί με φέτα. δικιά σου κι αυτή. Φώναζες βέβαια να μη το τρώω καυτό και πάθει το στομάχι μου. Αλλά  ήταν το καλύτερο ψωμί που δοκίμασα ποτέ!

Θυμάμαι και κάτι μεσημέρια μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού , εσύ να τηγανίζεις με το γκάζι, χοιρινή μπριζόλα. Και να τη ''σβήνεις '' με κρασί. Ειλικρινά οσμές παραδεισένιες, ξέχναγα και το παιχνίδι κι όλα.

Κι ήταν και κάτι απογεύματα που έδινες άδεια να πλησιάσω το βάζο στο ψυγείο. Εκείνο με το μελιτζανάκι. Σε παρακάλαγα κάθε φορά να βάζεις περισσότερα αμύγδαλα , μα ποτέ δε θα χάλαγες τις αναλογίες. Και καλά έκανες γιατί η γλύκα του ακόμα χαιδεύει τον ουρανίσκο μου.

Σε ευχαριστώ

Έρχονται στο νου μου εικόνες από τον κάμπο σαν μου μάθαινες να φυτεύω πατάτες, κρεμμύδια , από το μάζεμα των ελιών , ακόμα κι από το άρμεγμα της κάθε κατσίκας. Ναι τους έδινες ονόματα , δενόσουν με τα ζώα όπως μόνο εσύ μπορούσες. Εξαιρώ τις κοτούλες, αυτές τις κακομοίρες λες και τις είχες άχτι. Τόση φροντίδα , μα σαν ερχόταν η ώρα τους, τις  ''έστριβες'' . Σε έκανε η ζωή έτσι, μια γυναίκα που για την εποχή της ήταν διαφορετική. Αν γεννιόσουν σήμερα θα έφτανες πολύ ψηλά, υπάρχουν λίγες εκεί έξω που θα τα συνδύαζαν όλα τόσο αρμονικά και με αποφασιστικότητα. Είμαι περήφανος που είσαι η γιαγιά μου.

Σε ευχαριστώ

Θυμάμαι και την επιμονή σου σε ότι πίστευες, αυτό που ήθελες θα το κυνηγούσες να το πετύχεις άσχετα αν φάνταζε για λάθος.  Είχες παραξενιές, είχες κι αρνητικά. Όμως ήσουν ο εαυτός σου και πήρα άπειρα μαθήματα ζωής από σένα και τη στάση σου . Τελευταίο παράδειγμα η αντοχή σου εκείνες τις πρώτες ώρες, τις δύσκολες . Δύναμη, στωικότητα, θάρρος . Δε το πίστευα, μόνο εσύ θα μπορούσες να αντέξεις τόσο.
 Νιώθω τυχερός για όλα, για κάθε μνήμη που φέρνω στο νου μου. Για κάθε σου στιγμή και κουβέντα. Ακόμα και για εκείνες τις λίγες φορές που με μάλωνες σαν ήμουν παιδί.

ΣΕ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Αντίο Γιαγιά,  δε θα σε ξεχάσω ποτέ, να προσέχεις το παππού εκεί ε.....








Τετάρτη, 12 Οκτωβρίου 2016

ΜΕΛΙΝΑ





Πριν λίγες μέρες γνώρισα ένα μικρό άγγελο. Ναι άγγελο. Μπορεί να μην πιστεύω στους ουρανούς και στους θεούς. Όμως αλήθεια σας λέω, τον είδα με τα ματιά μου.

     Μπήκα σε ένα πολύχρωμο δωμάτιο , γεμάτο κουκλάκια , ζωγραφιές και φωτογραφίες. Το διερευνητικό βλέμμα του μικρού αγγέλου που στεκόταν εκεί μπροστά με ξάφνιασε. Έψαχνε κάτι στον άγνωστο επισκέπτη που εισχώρησε στο χώρο της. Ίσως να έλπιζε πως στη τσάντα που κρατούσα υπήρχε κάποιο πολύτιμο δώρο. Με μικρά ασταθή βήματα, μιας και δυσκολευόταν να σέρνει μαζί και τη συρόμενη βάση με τον ορό που έσταζε φάρμακο, κατευθύνθηκε στο κρεβάτι της. Έμοιαζε να θέλει να ρωτήσει κάτι, φαινόταν καθαρά παρόλο που η μάσκα της έκρυβε το μισό πρόσωπό της. Τα ματάκια της συνέχιζαν να εξερευνούν. Δε μίλαγε, εξάλλου πόσες λέξεις να έλεγε ένας άγγελος 2.5 ετών ?

Με τη βοήθεια της μαμάς της ανέβηκε στο κρεβάτι, σταύρωσε τα ποδαράκια της και περίμενε. Έβγαλε τη μάσκα και το ταβάνι γέμισε αστέρια λαμπερά. Προσωπάκι γεμάτο λάμψη, τι κι αν είχε θαμπό χρώμα το δέρμα της. Δεν έχω δει πιο όμορφο αγγελούδι! Ε και τι έγινε που δεν είχε μαλλάκια! Τους αγγέλους τους ξεχωρίζεις από την καρδιά, όχι από την εμφάνιση!

Σαν έπιασε με τα μικρά της δάχτυλα μακρόστενο κουτί με το ασημένιο περιτύλιγμα και το φιόγκο, μια αστραπή φώτισε τα ματάκια της. Ελπίδα! ‘’Δε μπορεί , ίσως ο άγνωστος να έφερε κάτι όμορφο, κάτι να μη πονάω’’ θα σκέφτηκε η μικρή . Όλα τα παιδιά ανοίγουν  ανυπόμονα τα δώρα τους και τούτο το όμορφο πλασματάκι δε θα ήταν η εξαίρεση. Όταν είδε τη μεγάλη σοκολάτα ένιωσα πως είχα κάνει το πιο ακριβό δώρο του κόσμου!! Ήθελα να πάω να αρπάξω τον μικρό άγγελο, να του χαρίσω τη πιο δυνατή και ζεστή αγκαλιά μου. Μα δεν επιτρέπεται. Τα μικρόβια επικίνδυνα για τα ‘’φτερά’’ της και τι θα γινόταν ένας άγγελος χωρίς φτερά?

Λαχτάρα, ναι, αυτή η παιδική λαχτάρα για σοκολάτα. Την πιπίλαγε, τη δάγκωνε, την κοίταζε ,έκοβε νέα κομμάτια, αχόρταγα! Ξέρω πως θα ήθελε να της είχα δωρίσει ένα γιατρικό, ένα φάρμακο να μην πονά ,να γίνει καλά και να γυρίσει στο σπίτι της να παίξει με τα αδέρφια της. Μακάρι να μπορούσα, ίσως η σοκολάτα να είχε μια μαγική επίδραση, ένα φάρμακο λίγων λεπτών, που σε ταξιδεύει μακριά από νοσοκομεία, ορούς εξετάσεις , να σου παίρνει τον πόνο.

Όσο έτρωγε μαλάκωνε το βλέμμα της, θαρρείς και αποδέχτηκε τον ξένο που της χάρισε το γλυκό διάλειμμα. Πάσχιζα να την αποσπάσω την προσοχή με γκριμάτσες, όμως είτε η σοκολάτα ήταν άξιο φάρμακο είτε ο συνεσταλμένος άγγελος δεν αφηνόταν σε χαμόγελα. Λες και γνώριζε την κρισιμότητα της κατάστασής της. Έστρεψε το κεφάλι της στο τοίχο με τις φωτογραφίες. Τότε την πρόσεξα, σίγουρα ήθελε να την δω. Μια από αυτές απεικόνιζε , σε μια αυλή με γκαζόν ένα χαμογελαστό πανέμορφο κοριτσάκι με γαλάζιο φορεματάκι μέχρι το γόνατο. Δέσποζαν τα καστανά , μακριά μαλλιά της. Ήταν ο ίδιος άγγελος. Η μικρή με τον τρόπο της μου έδειχνε πόσο όμορφη ήταν τότε, εκεί στο σπίτι της, πριν αρχίσει ο γολγοθάς. Όμως εγώ έβλεπα εκεί μπροστά μου, το πιο όμορφο αγγελούδι, τα μάτια της κυριαρχούσαν , σε κυρίευαν. Σε  κάρφωναν βαθιά. Αναζητούσαν απαντήσεις. Μα τι να πεις .Πως να εξηγήσεις σε ένα πλάσμα 2.5 ετών?

Έχοντας φάει μπόλικες πλάκες σοκολάτας  και χαρίζοντας ένα μισό χαμόγελο πιθανώς ευγνωμοσύνης, ξάπλωσε απαλά στην πράσινη κουβέρτα της. Ακούμπησε με προσοχή το χεράκι της που είχε τον ορό στο πλάι. Καταλάβαινε απόλυτα ότι δεν έπρεπε να πάψει η ροή! Ναι σε αυτή την ηλικία έμοιαζε να έχει πλήρη επίγνωση της ανηφόρας που τραβάει.
Αποκοιμήθηκε σε   δευτερόλεπτα, λογικό αφού ο οργανισμός της έχει φτάσει σε οριακά επίπεδα. Χρειάζεται ξεκούραση, μικρές στάσεις για να συνεχίσει να μάχεται. Πιστέψτε με δεν έχω ξαναδεί πιο όμορφη εικόνα. Ο μικρός άγγελος να κοιμάται ήσυχα, γαλήνια , σαν να ταξίδευε σε μια μακρινή παιχνιδούπολη.

Ήθελα να κλάψω αλλά δε το έκανα. Να δακρύσω γιατί ήταν από τις λίγες φορές που ζήλεψα τόσο ένα παιδί. Πόθησα να είχα κι εγώ ένα δικό μου άγγελο. Δε μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Μια όαση , ένα εξωπραγματικό σκηνικό. Δε μπορούσα να δεχτώ αυτή την άδικη χρωματιστή ‘’φυλακή’’  για το μικρό άγγελο! Τα γιατί ξεπηδούσαν από παντού.

Λίγα μόλις λεπτά, η μικρή ξύπνησε. Σήκωσε με αφέλεια το αριστερό χέρι της κι έτριψε το μουτράκι της για να ‘’προσγειωθεί ΄΄ στον πλανήτη του πόνου. Ανασηκώθηκε . Το βλέμμα της περιφέρθηκε στο δωμάτιο, προσπέρασε από μένα λες και ήμουν αόρατος. Έμεινε να κοιτά τη μητέρα της. Ένα δάκρυ αργά, βασανιστικά πρόβαλε από τα πιο υπέροχα μάτια τούτου του κόσμου. Ένα δάκρυ ποταμός που έπνιξε τη ψυχή μου. Αν υπάρχει θεός ήθελα να ήξερα αν θα άντεχε να βλέπει αυτό το δάκρυ.

Το σώμα του αγγέλου βίωνε τον πόνο, έναν άδικο μα τόσο άσχημο πόνο! Ότι λέξη κι αν εκστόμισα η μικρή δε μπορούσε να την κατανοήσει. Εξάλλου πώς να αιτιολογήσεις ,πώς να την κάνεις να καταλάβει μια αρρώστια που την ‘’ματώνει’’ βαθιά. Ήθελε τη μοναξιά της. Να κλάψει δίχως θεατές, να παλέψει τον πόνο που δε καταλάβαινε, που δε μπορούσε να ομολογήσει. Ακολούθησα τη σιωπηλή ικεσία της, σηκώθηκα να της αφήσω ελεύθερο το χώρο της. Όταν η μαμά της είπε πως θα ξαναερχόμουν σύντομα με άλλη μεγάλη σοκολάτα και πως τώρα έπρεπε να χαιρετήσει τον άγνωστο που μπήκε στον  ‘’πλανήτη ‘’ της, η μικρή γύρισε  προς το μέρος μου .ύψωσε το ταλαιπωρημένο χεράκι της με τον ορό, έγνεψε τόσο γλυκά, λέγοντας το πιο εύηχο ‘’γεια΄΄ που μου έχουν πει!  Ανταπέδωσα το χαιρετισμό κι απομακρύνθηκα με όση δύναμη μου είχε μείνει. Τόσα ανάμικτα συναισθήματα πετούσαν τριγύρω. Μα περισσότερο είχα στο νου μου , αυτό το βλέμμα. Ναι υπάρχουν άγγελοι, πλέον το πιστεύω!

**Αυτές τις ώρες ο μικρός άγγελος δίνει έναν άνισο αγώνα με αξιοπρέπεια που θα τη ζηλεύαμε όλοι! Η μικρή μαχήτρια της ζωής, παλεύει να νικήσει. Με τα ‘’φτερά ‘’ της να σκίζουν τον αέρα πασχίζει να κρατηθεί  κόντρα σε έναν τυφώνα. Τι κι αν είναι ακίνητη, αυτή ‘’πολεμάει’’ με κάθε κύτταρο της!

Χρειάζεται τη βοήθεια μας…..Ο καθένας από το μετερίζι και τα πιστεύω του.
Είτε με προσευχή είτε με ένα σφίξιμο της γροθιάς και ένα καθαρό βλέμμα προς τον ουρανό είτε με τη θετική σκέψη μας…

Μικρή Μελίνα θα κερδίσεις και σύντομα θα σου φέρουμε πολλές σοκολάτες! Όχι με αμύγδαλα, από εκείνες τις γλυκές  που σου αρέσουν.

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ ''BELLA''






Μια καλοκαιρινή μέρα, με τον ήλιο να λάμπει, μα ένα αεράκι να δροσίζει την ατμόσφαιρα.
Εκείνη τη μέρα διάλεξε να επιστρέψει. Ίσως τελικά η μέρα η ίδια να διάλεξε να τη στείλει πίσω.
Η εξορία στο νησί της, μόλις είχε λήξει. Το πλοίο ''Bella'' τραβούσε σταθερά προς το μεγάλο λιμάνι. Επιστροφή στη στεριά και στη ζωή !

Ο κόσμος λίγος, οι περισσότεροι τέτοια εποχή είχαν την αντίθετη κατεύθυνση. Ακόμα και τώρα εκείνη πήγαινε κόντρα στο ρεύμα. Ανέβηκε στο κατάστρωμα, ήθελε να ατενίζει το νέο ορίζοντα. Δεν είχε πια τα γυαλιά ηλίου, τα πέταξε σαν σάλπαρε το καράβι. Να τα βλέπει όλα χωρίς φίλτρο, να ξεχωρίζει τα αληθινά!

Στάθηκε στην άκρη της κουπαστής, λευκό ντυμένο στο μαύρο. Πάντα απλή, << Η ουσία είναι μέσα μας>> ήταν ένα  από τα '''μότο'' της.

Θα έμενε εκεί μέχρι να δέσει η άγκυρα, πίσω δε θα κοίταζε, μόνο μπροστά είχε πια.
Μια μελαγχολία κρυβόταν στα μισόκλειστα βλέφαρά της. Μελαγχολία όχι για όσα άφηνε, μα για όσα έχασε τόσο καιρό. Οι αφέλειες της χάιδευαν απαλά το πρόσωπό της. Το αεράκι συνεχώς δυνάμωνε , ανακάτευε τα μαύρα της μαλλιά. Μαζί όμως φούντωνε και τη φλόγα μέσα της. Η φλόγα για τον έρωτα!

Παρατηρούσε τον ουρανό να κατηφορίζει και να σμίγει με τη θάλασσα. Αποχρώσεις του μπλε. Πόσο λάτρευε το μπλε. Είτε το βαθύ είτε το γαλάζιο, κάθε τι μπλε. Ήταν ήρεμη, αποφασισμένη. Πλέον δε θα έχανε καμιά στιγμή να φύγει από τα χέρια της.

Μέσα της ηχούσαν μελωδίες, νότες πετάγονταν από τα μάτια της και χάνονταν στα μικρά λευκά κύματα. Μπροστά ήταν το ταξίδι, μπροστά κι ο προορισμός.  Το πιο όμορφο τραγούδι δεν είχε γραφτεί ακόμα για εκείνην. Μα ήδη η σύνθεσή του είχε ξεκινήσει.

Μια μακριά μαύρη τούφα από τα μαλλιά της, άγγιξε απαλά τα χείλη . Χαμογέλασε. Το αγέρι συνέχιζε τα παιχνιδίσματα με την τούφα. Το ένιωσε . Θαρρείς και ήταν  φιλιά. Τα χείλη της έτοιμα να αφεθούν. Σαν γοργόνα έστεκε  , περιμένοντας έναν πειρατή, να παρασυρθούν μακριά σε νερά αταξίδευτα, με το πλοίο του έρωτα.