Σάββατο, 19 Ιουλίου 2014

ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΜΑΚΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ....ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Το αυτοκίνητο σταμάτησε αργά , νωχελικά ,λες και πάσχιζε κι αυτό να επιμηκύνει το χρόνο που ήταν μαζί τους εκείνη.
Πριν προλάβει να ασφαλίσει το χειρόφρενο , εκείνη είχε πεταχτεί έξω '' Καληνύχτα, να προσέχεις''
Ένιωσε απαλά τα ΄δάχτυλα της, ακούμπησε ελαφρά στα χείλη της και με ένα ανεπαίσθητο φύσημα του έστειλε ένα φιλί. Τον ξάφνιασε όπως έκανε τόσες άλλες φορές παλιά. Δεν πρόλαβε παρά να της ψελλίσει '' Θα σε αγαπώ για πάντα '' κοιτώντας τη να προχωρά προς την είσοδο της πολυκατοικίας.

Το καφέ φόρεμα με τα μικρά κίτρινα άνθη την έκανε να μοιάζει με αερικό, τυλίγοντας προστατευτικά  το σώμα της. Εκείνος όμως ήξερε, δε μπορούσε τίποτα να την κρατήσει χώρια του. Γνώριζε πως είναι φτιαγμένοι να βαδίζουν χέρι χέρι.

Καθώς πλησίαζε την πόρτα της εισόδου, πάσχιζε να μη γυρίσει το κεφάλι της, όχι, ήξερε πως αν το έκανε θα το είχε χάσει το παιχνίδι. Το είχε υποσχεθεί στον εαυτό της. Τα καστανά μαλλιά της έπεφταν μπροστά στο πρόσωπο, δε θα άφηνε να συμβεί, δεν ήθελε. Θα ήταν παραδοχή ότι δε μπορεί χωρίς αυτόν. Κι άντεξε.....

Η καρδιά της εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα σχεδόν έπαψε να χτυπά. Ανατρίχιαζε καθώς ένιωθε καρφωμένα στην πλάτη της τα γαλανά του μάτια. Δε θα δάκρυζε, όχι αυτή τη φορά. Το βλέμμα του την έκαιγε, ξύπναγε τον πόθο μέσα της. Την έκανε να αισθάνεται διάφανη, σκέφτηκε να τρέξει πάλι πίσω να τον αγκαλιάσει, να της χαρίσει εκείνες τις αγκαλιές, που τον έκαναν τόσο δυνατό. Μα όχι, δε γυρνάει πίσω, θα βαδίσει μπροστά.

Άγκυρες τα μάτια του, την είχαν δέσει για τα καλά. Για πάντα.

Τα μικρά της γοβάκια έσπαζαν την ησυχία  στη γειτονιά Αυτή μπορούσε να ακούσει ξεκάθαρα στον αέρα τα λόγια του, τους ψιθύρους στα αυτιά της. Εκείνους που της έλεγε τα βράδια και την μετέτρεπε σε θεά των Αρχαίων Ελλήνων. Τα γλυκόλογα του την ώρα που γίνονταν ένα, οι όρκοι αιώνιας πίστης κι αφοσίωσης σαν την κοιτούσε κατάματα στην ακρογιαλιά.

<<  Πάντα τα εννοούσε, τίποτα δεν ήταν ψέμα >> μονολόγησε ακουμπώντας πλέον στο καθρέφτη που είχε στην είσοδο του διαμερίσματος της. Όσο ανάλαφρη κι αν ήταν η φιγούρα της , όσο κι αν πέταγε πια μακριά του, μέσα της βαθιά το ήξερε









ΟΣΟ ΑΝΑΛΑΦΡΗ ΚΙ Α;Ν ΗΤΑΝ Η ΦΙΓΟΥΡΑ ΤΗΣ...ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΠΕΤΑΓΕ ΜΑΚΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟ ΞΕΡΕ ΒΑΘΙΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ.....''ΟΠΟΥ ΚΙ ΑΝ ΠΑΣ ΘΑ ΜΑΓΑΠΑΣ'' Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΑΡΙΟΥ ΤΗΝ ΦΥΛΑΚΙΖΕ....
ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΚΛΑΨΕΙ....ΝΑ ΜΕΤΡΗΣΕΙ ΔΑΚΡΥΑ ΠΟΤΑΜΙΑ....ΜΗΠΩΣ ΕΤΣΙ ΛΥΤΡΩΝΟΤΑΝ....
ΕΒΓΑΛΕ ΓΡΗΓΟΡΑ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ  ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΣΑΝΤΑ ΚΑΙ ΜΠΗΚΕ ΣΤΗΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ...ΑΝΤΕΞΕ. ΔΕ ΓΥΡΙΣΕ ΝΑ ΤΟΝ ΔΕΙ....ΜΑ ΑΥΤΟΣ ΕΚΕΙ...ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΜΠΕΙ ΜΕΣΑ...ΑΓΑΠΗ ΑΠΟ ΚΕΙΝΕΣ ΠΟΥ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΟΥ ΧΤΥΠΑΝΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ....
ΑΝΕΒΗΚΕ ΔΥΟ ΔΥΟ ΤΑ ΣΚΑΛΙΑ ΚΑΙ ΜΠΗΚΕ ΣΤΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ....ΕΚΛΕΙΣΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΚΙ ΑΚΟΥΜΠΗΣΕ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΤΗΣ ΠΑΝΩ....ΕΤΡΕΜΕ....ΣΠΑΡΤΑΡΑΓΕ ΟΠΩΣ ΟΤΑΝ ΧΑΝΟΤΑΝ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ...ΠΟΣΟ ΠΟΛΥ ΤΟΝ ΗΘΕΛΕ!!!ΝΑ ΜΕΝΕΙ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ..
ΕΚΕΙ ΣΤΗΝ ΡΑΧΗ ΤΗΣ ΠΟΡΤΑΣ  ΑΦΟΥΓΚΡΑΣΤΗΚΕ.....ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΓΑ ΚΑΙ ΣΤΑΘΕΡΑ....ΔΕΙΓΜΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΟΥ ΞΕΡΕΙ ΤΙ ΘΕΛΕΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΤΟ ΚΕΡΔΙΣΕΙ....''ΟΤΑΝ ΑΓΑΠΑΣ ΥΠΟΜΕΝΕΙΣ...ΕΠΙΜΕΝΕΙΣ..ΤΑ ΠΑΙΖΕΙΣ ΟΛΑ ...ΓΙΑΤΙ ΞΕΡΕΙΣ ΟΤΙ ΑΥΤΟ ΘΕΣ....ΚΙ ΑΝ ΧΑΣΕΙΣ ΧΑΘΗΚΕΣ...'' ΤΗΣ ΤΟ ΧΕ ΠΕΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΗ..ΟΤΑΝ ΣΥΝΝΕΦΑ ΕΙΧΑΝ ΦΑΝΕΙ ΓΕΜΑΤΑ ΒΡΟΧΗ.....
ΠΛΗΣΙΑΖΕ.....ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΚΟΡΜΙ ΤΗΣ....ΡΑΓΙΣΕ....ΕΣΠΑΣΕ...ΟΤΑΝ ΕΝΙΩΣΕ  ΤΙΣ ΑΚΡΕΣ ΤΩΝ ΔΑΧΤΥΛΩΝ ΤΟΥ ΝΑ ΑΚΟΥΜΠΑΝΕ ΑΠΑΛΑ ΟΠΩΣ ΜΟΝΟ ΕΚΕΙΝΟΣ ΗΞΕΡΕ..ΠΕΡΑΣΕ  ΑΡΓΑ ΑΡΓΑ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΗΣ...ΤΗΝ ΕΣΦΙΞΕ ΑΠΑΛΑ.....ΕΚΕΙΝΗ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΔΙΑΦΥΓΗ....ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΦΥΓΕΙΣ ΑΠΟ ΟΤΙ ΠΟΘΕΙΣ ΚΑΙ ΘΕΣ....ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΤΟ ΑΡΝΗΘΕΙΣ ΕΚΕΙΝΟ ΘΑ ΡΧΕΤΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΝΥΧΤΕΣ ΝΑ ΣΟΥ ΘΥΜΙΖΕΙ ΤΟ ΠΑΘΟΣ....ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ....ΕΤΡΕΜΕ ΟΛΟΚΛΗΡΗ....Η ΜΕΣ ΤΗΣ ΑΦΕΘΗΚΕ ΝΑ ΤΗΝ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΓΙΑ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ ΤΙΣ ΠΥΛΕΣ.....
'' ΣΕ ΘΕΛΩ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΜΑΣ ΦΟΡΑ....ΣΕ ΘΕΛΩ ΟΠΩΣ ΣΕ ΗΘΕΛΑ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ...ΣΕ ΘΕΛΩ ΤΟΣΟ ΔΥΝΑΤΑ ΟΠΩΣ ΔΕ ΣΕ ΗΘΕΛΑ ΠΟΤΕ ΑΛΛΟΤΕ....''
ΕΚΕΙΝΗ ΔΑΚΡΥΣΕ...'' ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ...ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ....''ΨΕΛΙΣΕ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΤΟΥ ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΤΗΣ...