Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΟΝΕΙΡΟΥ




Ήταν εννιά και κάτι σαν βγήκε στο δρόμο σκυφτός , έκανε λίγα βήματα μα χρειάστηκε να κουμπώσει το μπουφάν .Το φθινόπωρο είχε μπει για τα καλά! Κρύωνε και το ηλίθιο φερμουάρ κόλλαγε πάλι. << Τίποτα να μη γίνεται άκοπα για μένα >> μονολόγησε και τράβηξε με δύναμη πετυχαίνοντας να κλείσει καλά μέχρι το λαιμό  το φερμουάρ.

Άρχισε να περπατά, άγνωστος προορισμός, πνίγηκε πάλι μέσα στα τέσσερα ντουβάρια και έτρεξε να πάρει αέρα. Γούσταρε να περπατά , να χάνεται στα στενά, να περνάν δίπλα του περαστικοί, να παρατηρεί κρυφά. Έκλεβε ματιές , μάντευε ιστορίες και προβλήματα που έκρυβαν  όλοι αυτοί. Άραγε πόσοι να έκαναν το ίδιο? Να έβρισκε κανένας τι πόνο κουβαλούσε ο ίδιος?

Βάδιζε αργά, θαρρείς και τα πόδια του έψαχναν δρόμο να διαβούν. Ένα αυτοκίνητο πέρασε έχοντας δυνατά τη μουσική κι όλως παραδόξως δεν ακουγόταν κανένα καψουρο-τράγουδο!! Σάστισε, '' Δεν έχω πολλά..'' η μελωδική φωνή της Γλυκερίας του έσκισε τη ψυχή. Ξεκίνησε να το τραγουδάει σταματώντας την όποια προσπάθεια να παρατηρήσει τους ανθρώπους τριγύρω.

Δυο στενά παρακάτω το μηχανικό περπάτημα του τον έφερε μπρος σε ένα φαρμακείο. Χάζεψε την ανακοίνωση για τα εφημερεύοντα, ποιος ξέρει γιατί το βλέμμα του έστεκε εκεί μαγνητισμένο. Άξαφνα μια φωτεινή πινακίδα άναψε κι άρχισε να δίνει στοιχεία για τα τηλέφωνα του φαρμακείου, μα εκείνος κόλλησε στην ημερομηνία που πρώτη εμφανίστηκε με πράσινο χρώμα.

Το μυαλό του γέμισε με πράσινους αριθμούς, σήμερα, ναι , τρεις έχει σήμερα. τρία είναι και τα χρόνια. Ξεκίνησε πάλι να βαδίζει, πιο γοργά, όσο πήγαινε επιτάχυνε. Ανάσες κοφτές, το αεράκι έμπαινε στο στόμα του, τον πάγωνε μα επίτηδες το άφηνε. Νόμιζε πως θα χωνόταν σε κάθε γωνιά του μέσα του, να μην αφήσει κανένα κύτταρο του να ανακαλέσει τη μνήμη.

Σχεδόν έτρεχε, ναι. όσοι τον συναντούσαν σίγουρα αναρωτιόνταν τι έπαθε αυτός. Κάποιοι κουνούσαν το κεφάλι με νόημα , κατανοώντας την άγνωστη τρέλα που τον διακατείχε. Τρεις φορές παραλίγο να τον χτυπήσει αυτοκίνητο, οι κόρνες ούτε που τον απασχόλησαν, έτρεχε πια κανονικά , πασχίζοντας να ξεφύγει από τους αόρατους διώκτες του. 

Η ανάσα βάρυνε, λαχάνιαζε, κανένα κρύο κανένα αγέρι δε τον σταμάταγε , παρά μόνο το ένστικτο!
Μπροστά πλατιά σκαλιά, λίγα πεύκα, μαύροι πολεμιστές να στέκουν φρουροί κάτω από τον συννεφιασμένο ουρανό. Τα ανέβηκε με όση δύναμη του είχε απομείνει. Έφτασε! Κανένας δε βρισκόταν εκεί , στο μικρό ξέφωτο που χρησίμευε και για χώρο στάθμευσης. Ανάσα σταματημένη.

Αργά γύρισε και είδε τη θέα, από κει μπορούσες να δεις σχεδόν όλη την πόλη, κανένα πεύκο δε στην έκρυβε. Ανέβηκε πάνω στη πέτρινη μάντρα , νόμιζε θα δει καλύτερα. Οξυγόνο έμπαινε άφθονο στα διογκωμένα πνευμόνια του, και πάλι ζωή μέσα του. Η καρδιά έριχνε σταδιακά τους παλμούς της, κουρασμένη από το ασταμάτητο τρεχαλητό. Έκλεισε τα βλέφαρα του απαλά!

Εκεί , σαν να το ξαναζούσε πάλι, αυτός με εκείνη. Πρώτη φορά! Σαν σήμερα είχε δει τα μάτια της τόσο κοντά, είχε νιώσει να τον τρυπάνε βαθιά, διάφανος στη φωτιά της! Νόμιζε θα ήταν μια περαστική, ένα όμορφο αερικό που φάνηκε μπροστά του. Μα γελάστηκε! Ήταν πολλά περισσότερα.
Είχε νιώσει βέβαια τον κίνδυνο πριν ανέβει εδώ πάνω μαζί της, μα ποτέ του δε φοβόταν τον έρωτα!

Τώρα βρισκόταν πάλι εδώ , με τα μάτια κλειστά, να σκέφτεται κάθε στιγμή, κάθε κουβέντα της, κάθε κίνηση. Ήταν τα μάτια της, η χροιά της φωνής της, ο τρόπος που άγγιζε τα ξανθά μαλλιά της περνώντας τα πίσω από τα μικρά καλο-σχηματισμένα αυτιά. Αλλά ήταν κι όσα έλεγε, δε πίστευε πως ο άγγελος που είχε μπροστά του είχε μια εξυπνάδα γεμάτη συναίσθημα.

Είχε τσιμπηθεί κρυφά, όλα όσα είχε ονειρευτεί ήταν εκεί, οι ανάσες τους τόσο κοντά. Θυμήθηκε το χρώμα των ματιών της, θάλασσα βαθιά, είχε αφεθεί να πέσει μέσα της, ας χανόταν, ας πνιγόταν.
Εκείνη τη νύχτα πίστεψε στα παραμύθια. εκείνη τη νύχτα πίστεψε στις μάγισσες που με ένα φιλί μεταμορφώνονται σε πριγκήπισες. Εκείνη τη νύχτα ήξερε τι ήθελε στη ζωή του.

Όταν την άγγιξε το ένιωσε, καμιά δε το είχε πετύχει ποτέ ως τότε. Αν υπάρχει το άλλο μισό τότε αυτός το είχε βρει. Έλαμπε σαν τον ήλιο, μια θλιμμένη χλομάδα φεγγαριού αναδυόταν παράλληλα , τόσο μαγική η όψη της. Και τόσο δυνατή ψυχικά, η αυτοπεποίθηση της έμοιαζε μα εκείνη της φουρτούνας που ξέρει πως θα βυθίσει μια μικρή ξύλινη βάρκα.

<<Είσαι ιδιαίτερη, εύκολα μπορεί κάποιος να σε ερωτευτεί , οι πιο πολλοί για την ομορφιά σου μα εγώ δεν είμαι σαν αυτούς,εμένα ...>> είχε κομπιάσει. Εκείνη χαμογελούσε σήκωσε τα δάχτυλα της και του έκλεισε τα χείλη. 
<< Ξέρω, σε ξέρω καλά...Σε νιώθω και δε ξέρω αν μας βγει σε καλό όλο αυτό.>> 
Τον είχε ξαφνιάσει η σιγουριά της, την κοίταζε επίμονα, τα πρόσωπα τους απείχαν ελάχιστα. Έσκυψε απαλά πάνω του και του ψιθύρισε ........Η μυρωδιά των μαλλιών της τον μέθυσε για πάντα.
Σαν άκουσε τα λόγια της , τρόμαξε και δάκρυσε ταυτόχρονα.

Τώρα στεκόταν εκεί....Μόνος....Κάπου στην λαμπερή πόλη ήταν κι εκείνη, μπορεί να μη ήταν μόνη της μα ήταν Μοναδική! Ξανά έκλεισε  τα μάτια του κι άφησε το κορμί του να πέσει στο κενό, να πετάξει για να τη βρει και να την πάρει κοντά του...Είχε φτάσει η ώρα....