Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΓΙΝΑΜΕ ΕΝΑ

     Ήταν μια χειμωνιάτικη αύρα που χε σκεπάσει τούτη τη νύχτα. Ένα αεράκι από το Βοριά φρόντιζε να χαιδεύει το σκοτάδι του Νοέμβρη, ένιωθα όμως μια παράξενη ζέστη ειδικά στην περιοχή της καρδιάς...Σαν να υπήρχε μια εστία φωτιάς που φλεγόταν αργά και μετέφερε μια θερμότητα σε όλο το σώμα. Άνοιξα τα μάτια μου, μέσα από τις γρύλιες έμπαινε κλεφτά λίγο δροσερό φως που πήγαζε από το χάραμα κι ερχόταν να μου φανερώσει την αλήθεια....
      Έστρεψε το βλέμμα κι αντίκρισα την εστία της φωτιάς...Είχες ξαπλώσει  στο στήθος μου, τα ξανθά σου μαλλιά έπεφταν σαν σεντόνι πάνω στο σώμα μου. Η ανάσα σου σταθερή, κάθε εκπνοή σου, φούντωνε τη φλόγα που σιγόκαιγε βαθιά μέσα μου. Ήσουν εικόνα βγαλμένη από παραμύθι, με καμιά γνωστή πριγκήπισα δεν μοιάζεις, είσαι μια και μοναδική , όλη η λάμψη του ουρανού στο πρόσωπο σου.....
      Λες κι ένιωσες το ξύπνημα μου, άπλωσες το χέρι κι αναζήτησες το δικό μου....απαλά αγγίγματα.
Τα δάχτυλα σου πυροκροτητές αισθήσεων, τύλιξαν τα δικά μου...παιχνιδιάρικα  ..Με το άλλο χέρι έψαξα τα υπέροχα μαλλιά σου, άφησα την παλάμη μου να νιώσει τον ηλεκτρισμό τους, χάιδεψα το ξανθό σεντόνι καθώς ευωδιές ανέδυαν όσο τα άγγιζα. Δάχτυλα χωμένα σε χρυσό σιτάρι...μαγεία.
Άξαφνα θαρρώ πως άρχισαν να λάμπουν στο μισοσκόταδο, όσο παρέτεινα το χάδι τόσο αυτά δυνάμωναν τη λάμψη και ηλεκτροφόρα κύματα διαπερνούσαν το δέρμα μου.. Σαν να ακουμπούσα τη ράχη του ήλιου, ηλιαχτίδες πάνω στο στήθος μου...Άφησα τα ακροδάχτυλα να κυλήσουν στην πλάτη σου, γυμνή σάρκα, πλάσμα αγγελικό  από τα μακρινά  αστέρια του ουρανού προερχόμενο. Κι όμως έτσι ακίνητη, ήρεμη ήσουν τόσο επικίνδυνη...απόλυτη ομορφιά...Τι κι αν το σκοτάδι μας αγκάλιαζε και τους δυο, εσύ αυτόφωτη ηλιονεράιδα, ξεχείλιζε από μέσα σου μια  απίστευτη ομορφιά και θέρμη.
      Με έσφιξες πιο έντονα, μετακινώντας ελαφρώς το κορμί σου ήρθες και κόλλησες όλη πάνω μου.
Ήμουν σίγουρος πως έβλεπες καθαρά μέσα στη ψυχή και την καρδιά μου, φούντωσες την εσωτερική φλόγα, πάσχιζα να μην καώ αν και μου άρεσε η ζέση του κορμιού σου...Έφερες το πόδι σου νωχελικά πάνω από το γοφό μου, προσπαθούσες να με ξυπνήσεις με το δικό σου ναζιάρικο αθόρυβο τρόπο.
       Έκλεισα τα μάτια ..Και όνειρο να ήταν ήθελα να το ζήσω...έκλεισα με δύναμη στο χέρι μου τα δάχτυλα σου, με τους γλουτούς μου κλείδωσα τα πόδια σου..Με το άλλο χέρι αναζήτησα την μικρή κοιλότητα χαμηλά στην πλάτη σου, πίεσα ελαφρά εκεί για να σε νιώθω να με βαραίνει όλο το μικροκαμωμένο κορμί σου...Σκίρτησες αισθησιακά, ανταποκρίθηκες άμεσα...ανέβασες το κεφάλι σου προς το δικό μου...Οι κινήσεις σου σίγουρες, σταθερές ...κάθε χιλιοστό σου το χρησιμοποιούσες για να με αποπλανήσεις ακόμα μια φορά..Ήξερες τι έκανες, η φλόγα άμεσα εξαπλώθηκε παντού μέσα μου...σπίθες παντού , καιγόμουν μα ένιωθα κι εσένα έτοιμη για την έκρηξη. Κάθε σπιθαμή του ποθητού σώματος σου είχε μπει σε διέγερση, κάθε κύτταρο σου έψαχνε να βρει το ταίρι του στα δικά μου κύτταρα..Τα χείλη σου άνοιξαν, η καυτή ανάσα σου ζέσταινε το στέρνο μου, με την άκρη της γλώσσας σου ετοιμάστηκες να κόψεις το λαιμό μου..πλησίαζες...
     Και τότε είδα, είδα εκείνα τα πράσινα μάτια..φουρτουνιασμένη θάλασσα....Θέλω να πέσω μέσα της, να αφεθώ να με πνίξει...Τα βλέμματα  αγγίζονταν ...δεν άντεχα άλλο...ότι και να συνέβαινε,
Αλήθεια? Όνειρο? Παραμύθι? Στιγμή? Ήταν παράδεισος....
Έκλεισα τα μάτια ακριβώς την ώρα που τα χείλη ενώθηκαν, ανάσα βαριά , βαθιά βουτιά στης θάλασσας σου τα άπατα....
Εκεί στα ζεστά σου νερά, στου βυθού σου το χάος να χάνομαι, ταξίδι στο κέντρο της γης ...
΄Ανοιξα πάλι τα μάτια, ΝΑ ΒΛΕΠΩ ΜΕΣΑ ΣΟΥ...κοιτώντας τα μεγάλα πράσινα μάτια σου..
Η λαύρα από το ηφαίστειο είχε αρχίσει να καίει το βυθό σου...τα βλέμματα έγιναν ένα....τα δάχτυλα δυνάμωσαν...όλα ένα...ένα σώμα πια...