Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

ΑΝΟΙΞΕ ΤΗ ΘΥΡΑ ΤΩΝ ΦΟΒΩΝ ΣΟΥ




Το λιγοστό φως από το κεράκι που κόντευε να σβήσει πάνω στο μικρό τραπεζάκι του διαδρόμου δε με εμπόδισε να φτάσω μια ανάσα από την βαριά ξύλινη πόρτα. Είχα ξαναβρεθεί στο κατώφλι της κι άλλες φορές όμως τούτη τη νύχτα υπήρχε ρητή εντολή να την ανοίξω, όσο κι αν ο φόβος είχε μειώσει τους χτύπους της καρδιάς μου. Έπιασα αργά αργά το κρύο μεταλλικό πόμολο, τα δάχτυλα πάγωσαν μεμιάς, ήξερα καλά πως οι δισταγμοί θα ήταν έντονοι, όλα τα κύτταρα σε υπερδιέγερση. Τα χείλη σχεδόν μάτωσαν από το δάγκωμα, τα βλέφαρα ανοιγόκλειναν γρήγορα πασχίζοντας να βρουν την κατάλληλη όραση για να αντιμετωπίσουν ότι ερχόταν... 
     Ελαφρύ σπρώξιμο, περιμένοντας να ακουστεί το τρίξιμο από τους αλάδωτους μεντεσέδες μα κανένα αποτέλεσμα. Κατάλαβα αμέσως, όλα αυτά που υπήρχαν πίσω από την πόρτα την κάνανε να βαραίνει ακόμα πιο πολύ....Δίσταζα μα δε μπορούσα να παραβώ την εντολή..''Σήμερα θα ανοίξεις την πόρτα''
     Βαθιές ανάσες, αυτοσυγκέντρωση όπως οι ετοιμόγεννες πριν το μεγάλο πόνο. Πολλές φορές κρυφοκοίταζα από το μικρό ματάκι της πόρτας. Τι κι αν συνήθως παντού σκοτάδι!!! Ήταν φορές που διέκρινα καθαρά...Σφιγγόταν το στομάχι, άφηνα κάποια δάκρυα να ξεπλύνουν τα μάτια μα ο φόβος αντιμετωπιζόταν.Ημίμετρα θα πείτε και θα έχετε δίκιο μα κανείς δε μπορεί να με κατηγορεί πριν ανοίξει τη δική του πόρτα.
     Μια τελευταία ανάσα, κλείνω τα βλέφαρα με όση δύναμη μπορώ και πέφτω απαλά προς το παλιό ξύλο της πόρτας,υποχωρεί δίχως πολλά τριξίματα.......Ασυναίσθητα , δυο τρία αμφίβολα βήματα κρατώντας τα βλέφαρα στην ασφαλή κατάσταση τους. Σιγή , σχεδόν ταφική....Δε ξεγελιέμαι, μυρίζω στον αέρα εκείνες τις οσμές τις γνώριμες. Η υγρασία παρούσα ,αργά αργά απασφαλίζω τα βλέφαρα. Ήδη άρχισαν οι ψίθυροι να τριγυρνάνε σαν αερικά στο σκοτάδι που μόλις  αντικρίζουν τα μάτια. Καθώς  ξεκινάει το ξεθάμπιασμα της  όρασης οι ψίθυροι μου χαιδεύουν τα αυτιά. Ξέρω καλά πως είναι όλοι τους εκεί.Κανείς δε θα λείπει...Τρομάζω...Φοβάμαι μα πλέον είμαι μέσα, ακούγεται κάτι να σέρνεται όλο και πιο γρήγορα...Η πόρτα κλείνει μόνη της ανεξήγητα, το αίμα μου παγώνει, αλλάζει χρώμα.. Άσπρο σαν το χιόνι. Τα μάτια συνηθίζουν στο σκοτάδι οι ήχοι καθάριοι στα αυτιά πια.
     Πρώτος με πλησιάζει ο πιο πρόσφατος φόβος μου...Εκείνος του λευκού χαρτιού, να θες να γράψεις να βγάλεις τα εσώψυχα σου με το μολύβι για σπαθί και να μη μπορείς. Είναι ο μόνος που αντέχω να κοιτώ κατάματα. Με επεξεργάζεται , νιώθω την ανάσα του στα μαλλιά μου, θαρρείς και ψάχνει μες στο κεφάλι μου. Τολμώ και προχωράω ένα μέτρο πιο βαθιά στο δωμάτιο, τα πόδια μου σκοντάφτουν σε κάτι απροσδιόριστο.Στρέφω το βλέμμα μου και τότε τον βλέπω..Ο παιδικός φόβος της απώλειας τον γονιών μου αμέριμνος , καθισμένος στο πάτωμα μου χαμογελά. Παίρνω απόφαση και μετακινούμαι ακόμα λίγο αποφεύγοντας τον. Τότε με σκεπάζει κάτι σαν πέπλο,οι ψίθυροι μεμιάς μετατρέπονται σε ουρλιαχτά..Γνώριμες χροιές , φίλοι και φίλες που πήραν άλλα μονοπάτια, θηλυκά που χάραξαν την καρδιά μου,μα και ανησυχία για όσους θα σβήσουν τα χνάρια τους συνειδητά ή όχι. Τρέμω, σηκώνω και κλείνω τα αυτιά μου με τις παλάμες.
       Μα να τότε μέσα από το βρώμικο υγρό τοίχο που στέκεται αγέρωχος απέναντι μου, αναδύεται μια οσμή επικίνδυνη.Σε ξέρω εσένα φωνάζω...Φύγε...Μοναξιά...Πόσο φοβάμαι πώς θα ρθει μια νύχτα και δε θα έχω πλάι μου καμιά από όσες λάτρεψα και όσες θα αγαπήσω!!! Η μυρωδιά εισχωρεί στα ρουθούνια, μπαίνει σε κάθε κύτταρο.Ανατριχίλα!!! Αφήνω ελεύθερα τα αυτιά και τρέχω με ορμή προς τον τοίχο. Να στηριχτώ κάπου, μην πέσω σκέφτομαι...αν πέσω θα με λιώσουν. ΄Ιλιγγος, σαν αυτόν που με επισκέπτεται όταν κοιτάω κάθετα από ψηλά!! 
      Δεν αντέχω, ακουμπάω την πλάτη μου στο φθαρμένο τοίχο, κλείνω τα μάτια και πασχίζω να σκεφτώ κάτι όμορφο...Ένα νησί μακριά από εδώ καλοκαίρι, ζέστη, βουτιές .Άξαφνα κενό στο στομάχι...Θάλασσα ..Παντού νερό ...Πνίγομαι στο φόβο της, στα απόκρυφά της βάθη. Έτσι όρθιος ξερνάω το φόβο, μόνο νερό τίποτα άλλο!!
Ανακούφιση, επιτέλους, μα όχι όχι...λάθος..πάντα γύρω μου όλοι τους!! Κι ένα νέο μακρόσυρτο βουητό από μακριά, έρχεται, ζυγώνει.... Άξαφνα μέσα από το κουφάρι του τοίχου κάτι πετιέται πισώπλατα και με χτυπά με δύναμη..Πέφτω με ορμή στο κέντρο του δωματίου, τούμπες φέρνει το κορμί , πόνοι παντού. Βήχω λες κι η ψυχή θα βγει από το στόμα...
      Φέρνω σταθερά το δεξί  μου χέρι στην πλάτη, εκεί  που μπήκε ο φόβος ξεπηδώντας από τα διαλυμένα τούβλα.Αίμα κυλάει, πιο καυτό  από κάθε άλλη φορά. Τα πνευμόνια  αντιδρούν κι ο βήχας κόβει την κάθοδο του οξυγόνου..Τα δάχτυλα τεντώνονται και ψάχνουν πιο βαθιά στην πληγή!! Κάτι ακουμπούν, κολλάει , μια γλοιώδη ουσία ξένη !!! Τρόμος... Σταματά ο βήχας, να ανασάνω..μια ανάσα..Κλαίω...ναι κλαίω...δε φοβάμαι να κλάψω..αρκεί να μη με βλέπει κανείς..Δε χαρίζω εύκολα τα δάκρυα μου ..Χείμαρροι στα μάγουλα .Το χέρι ματωμένο έρχεται πάλι μπροστά και ανοίγοντας τα δάχτυλα πάω να διώξω τις τούφες που κρύβουν τα μάτια.
    Δε μπορεί...όχι..ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα ελπίζοντας να μη δω ότι είδα...Τα  κόκκινα δάχτυλα έχουν γεμίσει τρίχες..Δε τολμάω να ψάξω πάλι στο κεφάλι...Άρρωστος...  Ήδη βλέπω το απόλυτο άσπρο στο δωμάτιο...Σεντόνια  πετούν στο ταβάνι, μηχανήματα διαγράφονται σαν σε προβολή σε αόρατη οθόνη στο τοίχο.Γιατροί φαντάσματα πλησιάζουν με νυστέρια και σύριγγες , έτοιμοι για να εγχειρήσουν ..να βρουν το φόβο που ζει μέσα μου και να τον αποκόψουν!!!
    Φοβάμαι , θέλω να βγω από δω μέσα...με τυφλώνει το λευκό φως...που είναι το σκοτάδι τώρα ??
Στην άκρη του δωματίου αναβοσβήνει ένα παράξενο φως...Κάτι γράφει μα δε μπορώ να διακρίνω , τυφλώνομαι λεπτό το λεπτό. Έξοδος κινδύνου!!! Ναι  κι όμως αυτό γράφει. Αποκτώ ελπίδα και πάλι, νιώθω να μειώνονται οι δυνάμεις μου, σφίγγω τα δόντια και μπουσουλώντας με  το αίμα πάντα να στάζει κατευθύνομαι προς την έξοδο..Κοιτάζω το πάτωμα, δε θέλω να αντικρίσω κανένα τους.Φτάνει..Να βγω!! Δεν αντέχω άλλο, νιώθω πως πλησιάζω, λίγο ακόμα ρε φίλε, θα σωθώ. Το κεφάλι μου βρίσκει σε κάτι ξύλινο. Θα έφτασα αναλογίζομαι. Επιτέλους έξοδος!!! Με ελπίδα ανασηκώνω το βλέμμα μου, ω όχι....τι έξοδος είναι αυτή!!! Μια ξύλινη κατασκευή με εσοχή..Περίπου στη μέση υπάρχουν κάτι χαρακιές, ένα ρίγος με πιάνει....Διαβάζω ξεκάθαρα το ονοματεπώνυμο μου, ενώ μια φωνή πίσω από το ξύλο ακουγόταν σαν μαχαιριά στην καρδιά...'' Θάνατο με λένε..με φοβάσαι μα δε θα μάθεις ποτέ τι κρύβω ...Μόνο αν έρθεις μαζί μου!!  ''
      Η κυκλοφορία του αίματος διακόπηκε, καμιά ανάσα...ο αέρας στους πνεύμονες έπεσε σε επίπεδα μη ανεκτά...έσβησαν όλα μεμιάς κι ακολούθησε ένας μικρός ήχος καθώς το κεφάλι χτυπούσε στο δάπεδο. Λιποθυμία!!!
     Άνοιξαν με κόπο τα βλέφαρα, το φως ξάφνιασε τα μάτια κι αμέσως έκλεισαν. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα τα άνοιξα πάλι...Κοίταξα τριγύρω, τόσο γνώριμες εικόνες μέσα στο δωμάτιο, χαμογέλασα, όνειρο ήταν σκέφτηκα...
Την ώρα που σηκωνόμουν ένιωσα ένα κάψιμο χαμηλά στην πλάτη. Γύρισα και είδα μια κηλίδα αίματος στο σεντόνι στο ύψος της πλάτης...........
       

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΓΡΥΛΙΣΜΑΤΑ



ΤΙΤΛΟΣ- ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΓΡΥΛΙΣΜΑΤΑ

   Μέχρι σήμερα οι Κυριακές, μου άρεσαν αρκετά γιατί πάντα μου δίνανε το καλύτερο φαγητό, όχι ότι τις άλλες μέρες δε με τάιζαν μα πως να το κάνουμε  , ίδιο είναι ένα ξεροκόμματο ψωμιού βουτηγμένο σε λάδι με ένα λαχταριστό τραγανό κόκκαλο από χοιρινή μπριζόλα??? 
   Άσε που τις καθημερινές ως το μεσημεράκι το μικρό αφεντικό λείπει γιατί πάει κάπου που το λένε σχολείο ενώ την Κυριακή είναι ολημερίς σπίτι και παίζει μαζί μου έξω στην αυλή.
    Ξέχασα να σας πω   επίσης  πως  το μικρό αφεντικό όλοι το φωνάζουν Σωτηράκη, άλλος ένας λόγος που τον αγαπώ πιο πολύ από όλους γιατί εμένα μου θυμίζει το  τυράκι που μου ρίχνουν αραιά και που και είναι τόσο  νόστιμο.
    Όπως καταλάβατε σαν ξημερώνει Κυριακή είμαι τόσο ευτυχισμένος που τρέχω με το που σκάσει ο ήλιος στο παραθύρι και γλείφω το Σωτηράκη να σηκωθεί για να ξεκινήσουμε το κυνηγητό στην αυλή. Λατρεύω κι εκείνη τη φουσκωτή μπάλα που την κλωτσάει και πηδάω πάνω της μα η άτιμη δε σταματά με τίποτα!!!
     Όμως σήμερα από την αυγή φάνηκε πως θα ναι μια διαφορετική Κυριακή αφού ήρθε και με σκούντηξε η μαμά Σοφία και για να με πείσει να σταθώ στα τέσσερα πόδια μου , γεμίζοντας το μπολάκι μου με γαλατάκι!!!Φυσικά δε δυσκολεύτηκα να σηκωθώ, μη μου ξινίσει και το γάλα ε!! Μετά η μαμά Σοφία ξύπνησε και το Σωτηράκη και άρχισε να τον πλένει και να τον ντύνει παρά την συνεχή γκρίνια του..Του λεγε κάτι για μεγάλη μέρα ,για ότι όλα τα παιδάκια θα κοινωνήσουν και για βόλτα μετά στην πλατεία που θα δουν και παράσταση Καραγκιόζη!! Μόνο τότε ο μικρός έπαψε το γρύλισμα κι άρχισε να γελά από τη χαρά του...Προφανώς ο Καραγκιόζης θα ναι κάτι σαν το γάλα μου, δεν εξηγείται αλλιώς η προθυμία του Σωτηράκη!!!
    Την ώρα που ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν η μαμά Σοφία πήρε ένα σκοινάκι, μου το πέρασε από το λαιμό και μου είπε..
-Σήμερα θα σε πάρουμε μαζί τυχεράκια, να δεις κι εσύ τον κόσμο έξω από την αυλή....
Δε κατάλαβα τι εννοούσε και να πω αλήθεια εμένα με νοιαζε που αυτό το σκοινί δε με άφηνε να πάω όπου ήθελα....Μα στη συνέχεια καθώς με τραβούσε ο Σωτηράκης είδα τη μεγάλη πόρτα να ανοίγει και να βγαίνω κι εγώ μαζί τους...Καταλαβαίνετε ε...Αμόκ...Δεν ήξερα προς τα που πάμε , τι να μυρίσω...παντού οσμές ...τι τέλεια αυτή η Κυριακή!!!
    Παρακάτω όμως πολλοί άνθρωποι περπατούσαν μαζί, έτρεμα γιατί αρκετοί δε με βλέπανε κι όλο σκοντάφτανε πάνω μου...τι κι αν γάβγιζα με αγριάδα, κανείς τους δε σκιαζόταν κι όλο κάτι πιτσιρίκια σκύβανε και με χαιδεύανε....δε θέλω τόσα χάδια λέμε παραγνωριστήκαμε νομίζω!!! Ειδικά όταν μαμά και Σωτηράκης μπήκανε σε εκείνο το παράξενο σπίτι την εκκλησία, με έδεσαν απέξω σε ένα φράχτη..εκεί δεν προλάβαινα να δω ποιο παιδάκι με χαιδεύει και πιο μου τράβαγε τα αυτιά...άσχημο πράγμα η εκκλησία τελικά ,εκμετάλλευση μου μύριζε  έντονα!!!
    Ευτυχώς δεν άργησαν να βγουν τα αφεντικά μου και να με σώσουν απο την συμμορία των παιδιών, συνεχίζοντας τη βόλτα με κατεύθυνση την πλατεία. Εκεί  να δείτε κόσμος...και καρέκλες παντού να κοιτάνε ένα ξύλινο πράγμα με ένα άσπρο σεντόνι....όσο και να τράβαγα το σκοινάκι να πάω να ανακαλύψω τι κρυβόταν πίσω από το σεντόνι ο Σωτηράκης με κράταγε σφιχτά κοντά στην καρέκλα του μετά τις παροτρύνσεις της μαμάς Σοφίας. Σαν γέμισαν οι καρέκλες ξεκίνησε αυτός ο Καραγκιόζης κι όλοι άρχισαν να γελούν , βέβαια να πω την αμαρτία μου εγώ βαρέθηκα κι είχα κάτσει να ξεκουραστώ μασουλώντας ένα κορδόνι από το παπούτσι ενός κυρίου. 
    Σαν τέλειωσε η παράσταση, η μαμά Σοφία αγόρασε στο Σωτηράκη ένα παράξενο άσπρο πράγμα που το ζήτησε ως μαλλί της γριάς, ειλικρινά απόρησα πως το έφαγε τόσο λαίμαργα ο μικρός..μου έκοψε ένα κομματάκι κι εμένα μα εγώ δεν είμαι κανά χαζόγατο να τρώω ότι μου πετάνε...
     Καθώς παίρναμε το δρόμο της επιστροφής στην έξοδο της πλατείας υπήρχε ένας περίεργος τύπος με ένα ακόμα πιο περίεργο αντικείμενο στημένο σε κάτι ξύλινα πόδια. Η μαμά Σοφία τον πλησίασε και του ζήτησε να μας φωτογραφήσει για να θυμόμαστε την όμορφη μέρα. Δεν ήξερα τι είναι αυτό μα η μαμά Σοφία άρχισε να ισιώνει τα ρούχα του Σωτηράκη και να φροντίζει τα μαλλιά της, οπότε θα πρόκειται για κάτι ιδιαίτερης σημασίας. Μάνα και γιος άρχισαν να χαμογελούν κοιτώντας αυτό το κουτί που επεξεργαζόταν ο άγνωστος φωτογράφος, τότε συνειδητοποίησα πως μάλλον τούτη η στιγμή θα έμενε στην ιστορία κι επειδή εγώ είμαι ένας πρωταγωνιστής και η μικρή λευκή σκυλίτσα απέναντι με κοίταζε επίμονα, πήρα το ύφος του γόη και πόζαρα!!! Αξέχαστη Κυριακή!!!

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

ΒΛΕΜΜΑΤΑ ΓΕΜΑΤΑ ΘΑΛΑΣΣΑ




      Την προηγούμενη νύχτα η Μαριγώ δε μπόρεσε να κοιμηθεί ούτε λεπτό. Ήταν τέτοια η ένταση από την αναμονή της σημερινής άφιξης που τα βλέφαρα της πετάριζαν κάθε φορά που ο ύπνος την αγκάλιαζε απαλά. Γυρνούσε ασυνείδητα κι έβλεπε τον γιόκα της το Νικόλα χωμένο στα σκεπάσματα να ονειρεύεται γαλήνιος....Ο ξανθός της άγγελος εδώ  και 19 μήνες είχε πάρει τη θέση του άνδρα της τα βράδια στο κρεββάτι. Την πρώτη περίοδο ο μικρός έκλαιγε συνέχεια, δε κατάφερνε να κατανοήσει τους λόγους που ο πατέρας του έπρεπε να φύγει από το νησί. Ως τότε ο Νικόλας έβλεπε τον πατέρα του Ανδρέα να σηκώνεται κάθε χάραμα πριν καν εμφανιστεί ο ήλιος από τα βουνά της Τουρκίας που κρυβόταν και να τραβά προς το μικρό καίκι τους. Ψαράς από πάππου προς πάππου ο Ανδρέας, τροφοδοτούσε την Χίο κάθε μέρα με ψαριές και ζούσε φτωχικά μα τίμια τη φαμίλια του. Μα 2-3 χρονιές πίσω ήταν που θαρρείς και ο Θεός τους ξέχασε, οι ψαριές μειώθηκαν ενώ πλέον η εμφάνιση των πρώτων επαγγελματικών μηχανότρατων  οδήγησε τον Ανδρέα αναγκαστικά έξω από καίκι που το είχε σαν δεύτερο σπίτι του.
       Όσο κι αν πάλεψε η Μαριγώ να τον παρηγορήσει, να τον στηρίξει και κυρίως να τον αποτρέψει από το μπαρκάρισμα δε το πέτυχε....Ως Χιώτης είχε πάντα το ναυτικό του φυλλάδιο θεωρημένο, διαβατήριο για ένα καλό μισθό που πολλές φορές όμως  οδηγούσε κατευθείαν στην απέναντι όχθη του Αχέροντα. Έτσι πριν καιρό μπήκε στο γκαζάδικο ''ΠΛΑΝΕΤ'' χωρίς να δυσκολευτεί μιας και ο ιδιοκτήτης του εφοπλιστής Τσάλος που μόλις είχε ξεκινήσει το χτίσιμο της αυτοκρατορίας του, προτιμούσε την επάνδρωση των πλοίων του με συντοπίτες του από τη Χίο. Με βαριά καρδιά ο Ανδρέας μπάρκαρε και κάθε μήνα που πέρναγε έστελνε όλο το μισθό του στη Μαριγώ για να φροντίζει το Νικόλα του. Χώρια που της είχε εμπιστοσύνη, ήξερε πως θα χε φτιάξει κομπόδεμα γιατί ήταν και οικονόμα και προνοητική.
    Οι μέρες κυλούσαν δύσκολα και για τους δυο...Ο Ανδρέας θαλασσοδερνόταν και περίμενε διακαώς τα γράμματα που λάμβανε από το νησί,   την ίδια ώρα που η Μαριγώ προσπαθούσε να μεγαλώσει το Νικόλα και να του απαλύνει το πόνο από την έλλειψη του πατέρα του...
     Το τελευταίο γράμμα του Ανδρέα είχε κάνει τη Μαριγώ να κλάψει απο χαρά.Στις 20 Μάρτη ο Ανδρέας θα επέστρεφε στη Χίο, για δυο μήνες είχε πάρει άδεια απο το ΄΄ΠΛΑΝΕΤ''.
     Κι έφτασε εκείνη η μέρα, αν κι άυπνη η Μαριγώ σηκώθηκε την αυγή και  βγήκε στην αυλή την οποία και είχε ασβεστώσει χτες για να υποδεχτεί τον άνδρα της. Χάρισε ένα χαμόγελο στον ήλιο , έκανε το σταυρό της και σκέφτηκε πως θα πρέπει αύριο να πάει να ανάψει ένα κεράκι στο ξωκλήσι του Άη Νικόλα για να τον ευχαριστήσει που φύλαγε τόσους μήνες τον άντρα της στο πέλαγος. Ξεκίνησε να ετοιμάζει το αγαπημένο φαγητό του Ανδρέα από νωρίς, ένα περιποιημένο μουσακά ενώ λίγο αργότερα ο Νικόλας ξύπνησε κι άρχισε να τρέχει μέσα στην κουζίνα παίζοντας με το σκύλο τους το Σπίθα και φωνάζοντας'' έρχεται ο μπαμπάς'' και την τράβαγε από το πόδι 
- Άντε μαμά να ετοιμαστούμε να πάμε στο λιμάνι....να 
- Υπομονή βρε γιόκα μου σε 2 ώρες θα φτάσει το ''ΣΑΠΦΩ'' , σύρε πλύσου να σαι όμορφος να σε δει να καμαρώσει ο πατέρας σου...απάντησε η Μαριγώ.
    Σαν έβγαλε το ταψί από το φούρνο η Μαριγώ κι έσβησε τη φωτιά έτρεξε να πλυθεί κι αυτή , φόρεσε την καλή της φούστα , έντυσε και το Νικόλα με τα ρούχα  που του έβαζε τις Κυριακές στην Εκκλησιά. Στο λιμάνι θα χε μαζευτεί κόσμος μιας και με το ''ΣΑΠΦΩ''  θα γυρνούσαν άλλοι 5 ναυτικοί που είχαν μπαρκάρει με τον άνδρα της κι η Μαριγώ ήθελε να τους δουν οι συμπολίτες τους μάνα και γιο και να τους θαυμάσουν, να χαρούν με τη χαρά τους. Με το που ακούστηκε η καμπάνα να σημάνει δώδεκα , άρπαξε το Νικόλα κι άρχιζαν να κατηφορίζουν από το δρόμο που πέρναγε κάτω από το κάστρο,συνοδεία κι ο Σπίθας που τον κρατούσαν με ένα σκοινί κολάρο για να μη τον κυνηγάνε σε όλη την πόλη.
   Ήδη αρκετοί Χιώτες είχαν βγει στα παράθυρα τους κι αγνάντευαν  στον ορίζοντα για να δουν το φουγάρου του ''ΣΑΠΦΩ'' να δίνει το στίγμα του. Μάνα και γιος δεν περπατούσαν, πετούσαν από την ανυπομονησία τους να φτάσουν στο πλακόστρωτο του λιμανιού.
Εκεί είχε φτάσει καμιά ώρα τώρα ο κύριος Δημητρίου , ο φωτογράφος της πόλης, στήνοντας το τρίποδο και οπλισμένος με υπομονή και αφοσίωση ώστε να απαθανατίσει τις μαγικές στιγμές της επανένωσης των οικογενειών. Ο Δημητρίου με το που είδε τη Μαριγώ και το Νικόλα τους φώναξε να ποζάρουν στη κάμερα του, άλλο που δεν ήθελε εκείνη , έφτιαξε το γιακά του μικρού και γεμάτοι ευτυχία οι δυο τους , με χαμόγελα μέσα από τη ψυχή τους εστίασαν στο φακό του Δημητρίου. Θαρρείς κι ο Σπίθας κατάλαβε τι γινόταν κάθισε μετά από ώρα φρόνιμος κοιτάζοντας κι αυτός προς τα εκεί που είχαν στρέψει το βλέμμα τους τα αγαπημένα του αφεντικά. Με το που ακούστηκε ο μεταλλικός ήχος από το το άνοιγμα του φακού η μπουρού του 'ΣΑΠΦΩ' δήλωσε παρούσα για την είσοδο στο λιμάνι του ένδοξου νησιού , κάνοντας το μικρό Νικόλα να ξεχάσει την κάμερα και να αντικρίσει την σιδερένια τεράστια βάρκα από την οποία θα κατέβαινε ο λατρεμένος μπαμπάς του.