Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

ΟΝΕΙΡΟ ΕΤΩΝ 38

      Περπατούσε όλη νύχτα στην πόλη, δίχως προορισμό , ψάχνοντας για κάτι απροσδιόριστο. Στην αρχή συνάντησε  πολλούς στο διάβα του, κάποιοι να έχουν βγει να διασκεδάσουν σε μπαρ, άλλοι να συζητάνε για ταινίες και θέατρα. Υπήρχαν κι εκείνοι , λίγοι μεν, που έμοιαζαν να βιάζονται , υπόθεσε πως αυτοί πάνε ή επιστρέφουν δουλειά. Μετά είχε χαθεί στα μικρά στενά της πόλης, δε φοβόταν τα σκοτάδια. Η ματιά του επεξεργαζόταν κάθε πλατεία , κάθε γειτονιά που πέρναγε. Η νύχτα κυλούσε κι αυτός συνέχιζε να περπατά. Κόντευε ξημέρωμα , είχε ώρα να διασταυρωθεί το βλέμμα του με άλλου διαβάτη. Ίσως γιατί τούτη η γειτονιά ήταν πια απομεινάρι της παλιάς Αθήνας, σχεδόν ακατοίκητη.          Στο βάθος πίσω από την Πεντέλη είχε αρχίσει να κοκκινίζει ο ουρανός, οιωνός πως και σήμερα θα έκανε το αέναο ταξίδι του ο ήλιος. Παρατήρησε ένα μικρό γαλάζιο λουλούδι που είχε καταφέρει να φυτρώσει στο ελάχιστο χώμα  σε ένα κεφαλόσκαλο . Η πόρτα άντεχε στο πέρασμα του χρόνου, ξύλινη με τα μικρά τζάμια στο πάνω μέρος να απουσιάζουν. Πλησίασε και πρόσεξε πως η πόρτα είχε ακριβώς το ίδιο γαλάζιο χρώμα με το λουλούδι, λες και αυτό είχε γεννηθεί από μέσα της. Έκανε λίγα μέτρα και χάζεψε το κτίριο συνολικά , μια μονοκατοικία πιθανότατα χτισμένη στην περίοδο του μεσοπόλεμου. Το μόνο που έβλεπες αταίριαστο με το κτίριο ήταν ένα σύνθημα με κόκκινο σπρευ ''  ΤΑ ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΑ ΟΝΕΙΡΑ ΓΕΝΝΙΟΥΝΤΑΙ ΣΕ ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΑ ΣΠΙΤΙΑ''
       Ένα μικρό μπαλκόνι να στέκει ακόμα σε πείσμα της φθοράς του χρόνου, με βαριά σιδερένια μα σάπια κάγκελα.  Με τη βοήθεια από το φως της αυγής είδε ότι οι σοβάδες είχαν καιρό πέσει στο μεγαλύτερο μέρος του κτιρίου, τα τζάμια στα παράθυρα σπασμένα ή ραγισμένα. Μόνο στον πάνω όροφο υπήρχε ένα παράθυρο άθικτο και μπορούσε να διακρίνει ένα λευκό ύφασμα, κάποια κουρτίνα που είχε μείνει κρεμασμένη  τόσες δεκαετίες εκεί. Παραξενεύτηκε. Ασυναίσθητα προσέγγισε πάλι το μαρμάρινο κεφαλόσκαλο, έσκυψε και με μια απότομη κίνηση έκοψε το γαλάζιο λουλούδι. Τότε ήταν που άκουσε μέσα στην σιωπή του χαράματος έναν αναστεναγμό. Ή μήπως ήταν βογκητό. Σίγουρα ερχόταν από το εσωτερικό του σπιτιού . Έμοιαζε σαν κάποιος να πόναγε ή ακόμα και να ψυχορραγούσε.
     Αφουγκράστηκε πάλι, ναι ήταν σίγουρος πια, κάποιος μέσα στο ερειπωμένο κτίριο χρειαζόταν βοήθεια. Δίχως να διστάσει πλησίασε την πόρτα, ήταν ασφαλισμένη εξωτερικά με 2 τάβλες. Τράβηξε τη μια μετά την άλλη, έσπασαν αμέσως. Μια φευγαλέα σκέψη τον επισκέφτηκε , '' πως μπήκε μέσα ο άγνωστος κάτοικος του σπιτιού αφού η πόρτα ήταν σφραγισμένη εξωτερικά''....... Έγειρε τον ώμο του κι έσπρωξε . Στην αρχή νόμιζε πως δε θα ανοίξει , μα το τσίριγμα από το σύρσιμο της πόρτας τον έκανε κι αναθάρρησε. Μόλις σχηματίστηκε ένα κενό που τον χώραγε εισήλθε με προσεκτικά βήματα. Κάτω από τα παπούτσια του ακούστηκαν θραύσματα γυαλιού να σπάνε. Η μυρωδιά της υγρασίας και της κλεισούρας ήταν απίστευτα έντονη. Υπήρχε ένας μικρός προθάλαμος , τον διάσχισε αργά προσπαθώντας να εστιάσει τον τόπο προέλευσης του βογκητού  που εξακολουθούσε να ακούγεται με  σταθερό επαναλαμβανόμενο ρυθμό. Αριστερά υπήρχαν ξύλινες σκάλες που οδηγούσαν προς τον πάνω όροφο ενώ η πόρτα που αποτελούσε την είσοδο στον ισόγειο χώρο ήταν χτισμένη με τούβλα! Παράξενο λες και κάποιος είχε κλείσει οριστικά κάποιες αναμνήσεις εκεί, φοβούμενος μη τυχόν δραπετεύσουν. Άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά, ξύλινα και φθαρμένα , έτριζαν σε  κάθε του βήμα. Οι τοίχοι είχαν χάσει την παλιά τους αίγλη, η κουπαστή της σκάλας είχε πέσει με συνέπεια να προσπαθεί να ισορροπήσει χωρίς να καμιά βοήθεια.
      Σαν έφτασε στο πάνω όροφο , το φως ήταν πιο εμφανές , μιας και έμπαινε από τα παράθυρα ανεμπόδιστα. Ότι έπιπλο υπήρχε ήταν καλυμμένο από παχύ πέπλο σκόνης, ενώ μπορούσες να διακρίνεις αμέτρητες αράχνες και άλλα ζωύφια να σεργιανίζουν ελεύθερα.  Ο περίεργος αναστεναγμός τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Ακουγόταν πίσω από τη μοναδική πόρτα του ορόφου. Ο υπόλοιπος χώρος ήταν ενιαίος ενώ υπολόγισε πως το παράθυρο με την λευκή κουρτίνα βρισκόταν πίσω από την κλειστή πόρτα. Σήκωσε το χέρι του κι έπιασε το ξεχαρβαλωμένο πόμολο. Για ένα δευτερόλεπτο ο φόβος μπήκε στο αίμα του. Μα όχι , άκουγε αυτό το παραπονιάρικο ψίθυρο και έπρεπε να διαπιστώσει τι συνέβαινε. Άνοιξε επιφυλακτικά την πόρτα , έμοιαζε να φρακάρει μα ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει. Κάτω από το παράθυρο με τη λευκή κουρτίνα βρισκόταν μπρούμυτα το σώμα ενός άντρα ανάμεσα σε διάφορα απομεινάρια  από την παλιά ζωή του σπιτιού.
     Τον πλησίασε και σαν βρέθηκε αρκετά κοντά του, παρατήρησε πως μια λίμνη αίματος αυξανόταν από τη μεριά μεταξύ του σώματος και του τοίχου. Ο άντρας έμοιαζε να πονάει και να πασχίζει να κρατηθεί στη ζωή. Ακατάληπτοι ήχοι και ανάσες έβγαιναν από το στόμα του.
- Φίλε  είσαι καλά ?
Προφανώς  και δεν πήρε καμιά απόκριση. Έσκυψε σκεπτόμενος αν πρέπει να τον κουνήσει ή απλά να ειδοποιήσει ένα ασθενοφόρο. Σαν άγγιξε ανεπαίσθητα την πλάτη του πεσμένου άντρα συνειδητοποίησε πως εκείνος μίλησε πιο καθαρά από ότι προηγουμένως
- Τι είπες φίλε? θα ειδοποιήσω ασθενοφόρο , κρατήσου.
- Ήρθες τελικά ? άργησες γαμώτο... σε περίμενα τόσα χρόνια....

Σάστισε , τι εννοούσε ο άγνωστος. Θα ήταν κάποιο παραλήρημα λόγω του χτυπήματος και του αίματος που έχανε τόσο γοργά.

- Μη φοβάσαι φίλε , θα τα καταφέρεις , θα καλέσω βοήθεια αμέσως.
- Βοήθεια? Δε τη θέλω , εσύ  τη χρειάζεσαι. Εγώ τέλειωσα, μέχρι εδώ ήταν Γιάννη. Άργησες, χάθηκε χρόνος.

Μα πως ήξερε το όνομά του , τι σκατά γινόταν μέσα σε αυτό το ερειπωμένο σπίτι! Δε μπορεί παρά να λέει ασυναρτησίες μέσα στο φευγιό του από τούτο τον κόσμο. Έτυχε και είπε το Γιάννης.
Έψαξε το κινητό του στην τσέπη, το βρήκε , σχημάτισε τον αριθμό μα δεν υπήρχε σήμα για να προχωρήσει στην κλήση.

- Φίλε δεν έχει καθόλου σήμα εδώ, πρέπει να βγω λίγο έξω να βρω βοήθεια και να ξανάρθω, οκ?
- Δε θέλω βοήθεια είπα, μόνο μια υπόσχεση να μου δώσεις. Μη με ξεχάσεις ποτέ. ΠΟΤΕ ΑΚΟΥΣ?
Να θυμάσαι τούτο το ερείπιο, μη το ξεχάσεις μα να κινήσεις να βρεις , να χτίσεις να ζήσεις αλλού.

Ο Γιάννης έμεινε ακίνητος, πάλευε να κατανοήσει όλο αυτό το παράξενο λόγο του άγνωστου.

- Ορκίσου Γιάννη, μη ξεχάσεις και πάρε το δρόμο σου, αυτόν που ονειρεύτηκες, μην αργείς άλλο, ξεκίνα, κοίτα με στα μάτια και ορκίσου.....γρήγορα....σβήνω...δε μου έμεινε πολύς χρόνος

Ο Γιάννης έστεκε άφωνος, τι να πει, τι να απαντήσει, πλησίασε πάλι προς το κορμί του άγνωστου, έσκυψε και με το ένα του χέρι τον γύρισε αργά ανάσκελα. Φοβόταν πως θα αντίκριζε κάποια σοβαρή πληγή να τρέχει με αίμα, μα συνειδητοποίησε πως από το ύψος της καρδιάς έτσι, δίχως εμφανές σημάδι ανάβλυζε το κόκκινο ποτάμι που έρεε στο παλιό ξύλινο πάτωμα.
Άφησε το βλέμμα του να στραφεί προς το πρόσωπο του άνδρα και τότε διασταυρώθηκαν οι ματιές τους. Μα...πως ήταν δυνατόν.!!!
Γούρλωσε τα μάτια του, πάγωσε, έπαψε να νιώθει την καρδιά του να χτυπά. Ο άγνωστος, που τελικά μόνο άγνωστος δε του ήταν του χαμογέλασε και έσβησε .....Σφάλισε τα βλέφαρα και ταξίδεψε για ένα άλλο κόσμο.

Ο Γιάννης έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα να τον κοιτά.....Πόσο οικείος του ήταν! Μα αναζητώντας για μια λογική εξήγηση ένιωσε στο κεφάλι του μια πίεση, μια βουή κι ύστερα κατέρρευσε. Εκεί στο πάτωμα ο ένας Γιάννης δίπλα στον άλλο........


Το σώμα του τινάχτηκε λες και κάποιος είχε σταματήσει την παροχή οξυγόνου στους πνεύμονές του. Ανασηκώθηκε απότομα στο κρεβάτι του. Εφιάλτης? Τι ήταν αυτό? Η μήπως όνειρο? Νεκρός ?
Όρκος? Υπόσχεση? Ποιο μονοπάτι?

Ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του, προσπάθησε να θυμηθεί που ήταν , τι ώρα ήταν....είδε το ηλεκτρονικό ρολόι στο κομοδίνο.... τότε συνήλθε....Όνειρο ετών 38....που άρχισε να γίνεται πραγματικότητα.
Θα τηρούσε την υπόσχεση που έδωσε στον εαυτό του, ξεκινώντας από εκείνη την μέρα, τη μέρα που τα λουλούδια είχαν τη γιορτή τους!