Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

ΘΕΑ ΤΗΣ ΓΗΣ , ΠΛΑΣΜΑ ΟΥΡΑΝΙΟ


Το καλοκαίρι είχε πάρει το δρόμο του αποχωρισμού, αργά μα σταθερά.
Εκείνο το βράδυ ένα απαλό αεράκι έφερνε ανάσες του φθινοπώρου.
Τα σύννεφα που είχαν εμφανιστεί το απόγεμα είχαν ταξιδέψει ήδη μακριά.
Στο σκούρο ορίζοντα το φως των άστρων  τρεμόπαιζε , ουράνια κεράκια.

Εκεί στη ρίζα του πληγωμένου βράχου, χώμα ,πέτρα και ξύλο.
Πίσω από το λόφο να ξεπροβάλει ένα φεγγάρι γεμάτο θλίψη.
Μια ανυπομονησία έκδηλη , αλλοίωνε τα λόγια της σκηνής.
Ματιές κρυφές , ανάσα βαριεστημένη κι ένα βουητό πόθου.

Άξαφνα όλα τα κεριά του ουρανού έσβησαν , το αγέρι σιώπησε.
Σημάδι ιερό, το φεγγάρι προβολέας την πύλη έδειχνε.
Σαν από τα σπλάχνα της γης πετάχτηκε θεά αερικό.
Ανέμιζε σάρπα λευκή στον ώμο της, ξανθό φωτοστέφανο τα μαλλιά της

Στο διάβα της άναβαν τα άστρα πάλι, χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια.
Θαρρείς τη θεότητα σεβάστηκε το φεγγάρι και ξάπλωσε να κοιμηθεί.
Πλησίαζε , χαμόγελο που έκανε τις πέτρες να ραγίσουν.
Κάθε πατημασιά της σβηνόταν μαγικά στο χώμα, θεά της γης!

Τότε τα μάτια έκλεισα σφιχτά, από φόβο μη χαθεί το όνειρο.
Θέρμη με περικύκλωσε , του πάθους λάβα τα βλέφαρα τίναξε.
Έστεκε εκεί, αρχαία θεά της γης , πλάσμα ουράνιο.
Έσκυψε και τα δυο χείλη της άγγιξαν το δέρμα μου.

Σιωπή βγαλμένη από του νου τα βάθη τα ανείπωτα.
Ενέργεια χείμαρρος,των κυττάρων ξύπνημα.
Να σταματήσει να ξεκουραστεί του χρόνου η βιασύνη
Να μείνει αιώνια δίπλα μου,  του ονείρου η φωτιά.

Αργά τη μέση της τύλιξα , χάδια  ανάσες στο λαιμό της
Ψίθυροι του ουρανού και της γης την καλούσαν
''Της μέρας ξεχασμένη ηλιαχτίδα, της γης ελπίδα
πέτα ψηλά σκάψε βαθιά ,χάραξε νέο δρόμο''

Στου χρόνου τούτη τη ρωγμή θα σε κρατήσω αιώνια
Κι αν δε βρεις το μονοπάτι και στο δάσος κρυφτείς
Θα το περπατήσω όλο, σε κάθε δέντρου ρίζα
μέχρι να σε πάρω από το χέρι να πετάξουμε στο ίδιο αστέρι.