Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΣΟΥ?


       Άνοιξη 2002,


       Απρίλης

    Ο αττικός ουρανός καθαρός , γλυκιά νύχτα με μια παράξενη υγρασία. Το κορίτσι κι εγώ βόλτα στην πόλη. Να περπατήσουμε στο κέντρο, Ερμού , Μοναστηράκι με κατάληξη στου Ψυρρή.
Ανέμελα χρόνια βλέπεις! Έρωτας, φοιτητική ζωή και πολλά χαμόγελα!

    Χέρι με χέρι , βλέμματα γεμάτα πόθο και κουβέντα για τα σχέδια του καλοκαιριού. Κι άξαφνα σαν στρίψαμε σε ένα μικρό στενό , πετάχτηκε μια από εκείνες τις αθίγγανες , που αποτελούν κάτι σαν τοτέμ για την περιοχή. Δε κράταγε λουλούδια, όπως οι περισσότερες  συνηθίζουν και τα σπρώχνουν με αποφασιστικότητα σε όποιον συνοδεύει θηλυκό!

   Ήρθε ευθεία πάνω μου.  <<Να σου πω τη μοίρα σου>>. είπε με ύφος στρατηγού που διατάσσει φαντάρο.
Χαμογέλασα , με ένα νεύμα του κεφαλιού της αρνήθηκα. Την ίδια ώρα ένιωσα τα δάχτυλα της κοπελιάς μου να σφίγγουν τα δικά μου. Προφανώς τρόμαξε από την ιδιαίτερη τσιγγάνα με τα τεράστια μαύρα μάτια!

Προσπάθησα με ήρεμο βήμα να παρακάμψουμε την τσιγγάνα, μα εκείνη έφραξε ταχύτητα πάλι το διάβα μας. Δίχως ντροπή και πολλή σκέψη , άρπαξε το δεξί μου χέρι . Πιτσιρικάς εγώ, δεν ήξερα ότι θα με αιφνιδιάσει τόσο επαγγελματικά. Τα ροζιασμένα της δάχτυλα άρχιζαν να επεξεργάζονται την παλάμη μου, μόνο μια ματιά έριξε προς τα εκεί, τόσο χρειάστηκε.
<< Ασήμωσε με , να στα πω όλα>>

<< Μα δε θέλω, δε τα πιστεύω αυτά, συγνώμη κιόλας αλλά ατύχησες, βρες κανένα άλλο>>.
απάντησα και τράβηξα με βία το χέρι μου. Η κοπελιά πλάι να τρέμει σαν ψάρι, θαρρείς και αισθανόταν πως κάτι άσχημο θα γίνει ή θα ακουστεί γύρισε και με παρακάλεσε να φύγουμε γρήγορα.

Η τσιγγάνα δεν έχασε καιρό, ξανά μπήκε μπροστά μου. << Θα μάθεις σημαντικά πράγματα για σένα και για τη μαυρομαλλούσα??

Γέλασα και με μια απαλή κίνηση την παραμέρισα και προχωρήσαμε μπροστά.

<< Κάνε το άλλο τότε γαλανομάτη?? Ασήμωσε με για να μη σου πω τίποτα. Μπορεί να μη θες να ακούσεις τα κακά που διάβασα στο χέρι σου>>

Ταράχτηκα, πρώτη φορά άκουσα να λέει τσιγγάνα κάτι τέτοιο. Επιτάχυνα , σχεδόν τραβώντας και σέρνοντας την κοπελιά μου.  Όμως η αντίπαλος μου δε το έβαζε κάτω, με δυο δρασκελιές μας έφτασε . Άρπαξε το μπράτσο μου. Σταμάτησα. Γύρισα απότομα , την αγριοκοίταξα.
<< Παράτα με, δε θέλω σου είπα!>>

Φάνηκε πως πείστηκε, χαλάρωσε λίγο τη λαβή της, χαμογέλασε, έστρεψε το βλέμμα της στην κοπελιά και της έκλεισε πονηρά το μάτι.
<< Γαλανομάτη μέρα γιορτινή γεννήθηκες! Πλησιάζουν γενέθλια σου σε λίγες μέρες. Μόνο ένα θα σου πω και θα φύγω>>.

Γούρλωσα τα μάτια, η πονηρή τσιγγάνα είχε χτυπήσει διάνα! Σχεδόν σταμάτησα την ανάσα μου. Ήθελα να ακούσω τι θα έλεγε. Όλες οι αισθήσεις μου εστίασαν πάνω της.

<<  Να προσέχεις  όταν η μέρα που γεννήθηκες θα είναι διπλή γιορτή! Γιορτή γεμάτη χαρά και γλέντια για όλους. Μια τέτοια μέρα θα αλλάξεις μονοπάτι, θα φύγεις, θα χαθείς!>>

Μέχρι να καταλάβω τι εννοούσε, είχε χαθεί μέσα στο πλήθος που περνούσε γύρω μας.

Η κοπελιά μου γύρισε με αγκάλιασε << Μη της δίνεις σημασία ,χαζομάρες λένε , να τρομάξουν όποιον δε τους δίνει τίποτα>>

Μπορεί να είχε δίκιο, περίεργη φάρα κιόλας, γεμάτη από πονηράδα μα και με αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά και ικανότητα να επιβιώνουν αιώνες τώρα!

Συνεχίσαμε  αμίλητοι τον περίπατο μας. Μια ψύχρα είχε εμφανιστεί ή ήταν ιδέα μου? Ασυναίσθητα αγκάλιασα την κοπελιά, να την προστατέψω από την αναπάντεχη δροσιά.

Μέσα μου είχε μπει το σαράκι. Η γύφτισα το είχε πετύχει! Αναρωτήθηκα τι μπορεί να σήμαιναν όλα αυτά που εκστόμισε.

Άνοιξη, 2005

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

Σήμερα το πρωί θυμήθηκα τα λόγια της γύφτισας! Ξύπνησα με την εικόνα της, λες και με άγγιζε πάλι τούτη τη στιγμή. Φοβήθηκα!! Άκουσα φασαρία έξω. Το γλέντι είχε αρχίσει, ψήνανε το αρνί .

ΠΑΣΧΑ.. Πρώτη φορά τούτη η διπλή γιορτή με έκανε να σαστίσω! Σηκώθηκα με επιφυλακτικότητα. Είμαι από τους ανθρώπους που δε γοητεύονται από τα γενέθλια τους! Σήμερα υπήρχε ακόμα ένας σοβαρός λόγος να μη τα θέλω!


Άνοιξη . 2016

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ , ΠΑΣΧΑ

...............................?