Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ ''BELLA''






Μια καλοκαιρινή μέρα, με τον ήλιο να λάμπει, μα ένα αεράκι να δροσίζει την ατμόσφαιρα.
Εκείνη τη μέρα διάλεξε να επιστρέψει. Ίσως τελικά η μέρα η ίδια να διάλεξε να τη στείλει πίσω.
Η εξορία στο νησί της, μόλις είχε λήξει. Το πλοίο ''Bella'' τραβούσε σταθερά προς το μεγάλο λιμάνι. Επιστροφή στη στεριά και στη ζωή !

Ο κόσμος λίγος, οι περισσότεροι τέτοια εποχή είχαν την αντίθετη κατεύθυνση. Ακόμα και τώρα εκείνη πήγαινε κόντρα στο ρεύμα. Ανέβηκε στο κατάστρωμα, ήθελε να ατενίζει το νέο ορίζοντα. Δεν είχε πια τα γυαλιά ηλίου, τα πέταξε σαν σάλπαρε το καράβι. Να τα βλέπει όλα χωρίς φίλτρο, να ξεχωρίζει τα αληθινά!

Στάθηκε στην άκρη της κουπαστής, λευκό ντυμένο στο μαύρο. Πάντα απλή, << Η ουσία είναι μέσα μας>> ήταν ένα  από τα '''μότο'' της.

Θα έμενε εκεί μέχρι να δέσει η άγκυρα, πίσω δε θα κοίταζε, μόνο μπροστά είχε πια.
Μια μελαγχολία κρυβόταν στα μισόκλειστα βλέφαρά της. Μελαγχολία όχι για όσα άφηνε, μα για όσα έχασε τόσο καιρό. Οι αφέλειες της χάιδευαν απαλά το πρόσωπό της. Το αεράκι συνεχώς δυνάμωνε , ανακάτευε τα μαύρα της μαλλιά. Μαζί όμως φούντωνε και τη φλόγα μέσα της. Η φλόγα για τον έρωτα!

Παρατηρούσε τον ουρανό να κατηφορίζει και να σμίγει με τη θάλασσα. Αποχρώσεις του μπλε. Πόσο λάτρευε το μπλε. Είτε το βαθύ είτε το γαλάζιο, κάθε τι μπλε. Ήταν ήρεμη, αποφασισμένη. Πλέον δε θα έχανε καμιά στιγμή να φύγει από τα χέρια της.

Μέσα της ηχούσαν μελωδίες, νότες πετάγονταν από τα μάτια της και χάνονταν στα μικρά λευκά κύματα. Μπροστά ήταν το ταξίδι, μπροστά κι ο προορισμός.  Το πιο όμορφο τραγούδι δεν είχε γραφτεί ακόμα για εκείνην. Μα ήδη η σύνθεσή του είχε ξεκινήσει.

Μια μακριά μαύρη τούφα από τα μαλλιά της, άγγιξε απαλά τα χείλη . Χαμογέλασε. Το αγέρι συνέχιζε τα παιχνιδίσματα με την τούφα. Το ένιωσε . Θαρρείς και ήταν  φιλιά. Τα χείλη της έτοιμα να αφεθούν. Σαν γοργόνα έστεκε  , περιμένοντας έναν πειρατή, να παρασυρθούν μακριά σε νερά αταξίδευτα, με το πλοίο του έρωτα.