Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

Ο ΑΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ Η ΛΙΛΗ





Μια από τις αγαπημένες μου αδυναμίες είναι τα παγωτά, όσο πίσω να πάω στο χρόνο και να θυμηθώ , πάντα μου έρχεται η εικόνα τα καλοκαίρια να κρατάω ένα χωνάκι . Πολλές τέτοιες εικόνες ήταν από τις διακοπές μου στο χωριό και τις βόλτες στο Ναύπλιο.
     Εκεί θυμάμαι να έχω δει και πρώτη φορά στη ζωή μου πλανόδιο παγωτατζή, στην πλακόστρωτη πλατεία Συντάγματος η οποία τότε είχε λίγα καφενεία, ένα ψιλικατζίδικο και κάνα δυο μαγαζάκια με τουριστικά είδη. Θα ήμουν γύρω στα έξι και καθόμασταν με τους γονείς μου στο ‘’ΕΛΛΗΝΙΚΟΝ’’ , πίνοντας πορτοκαλάδες να δροσιστούμε γιατί αν και αρχές Ιούνη , ο ήλιος είχε αρχίσει να γίνεται αφόρητος.
   Μέσα στη βαβούρα της πλατείας, με τις παιδικές φωνές, τα γέλια και τις κουβέντες που πλημμύριζαν τον αέρα, δίνοντας πνοή και χρώμα στην καρδιά τ΄ Αναπλιού όλα δείχνανε ότι κυλούσαν όμορφα και συνηθισμένα. Τότε ήταν που ακούστηκε ένας περίεργος θόρυβος, ένα σιδερένιο στρίγκλισμα, συνεχόμενο και κάτι άναρθρες κραυγές που θύμιζαν ζούγκλα.
    Μεμιάς τα παιδικά κεφαλάκια στράφηκαν να δουν τι ήταν αυτό, μαζί και το δικό μου αφού είχα αρχίσει ήδη να βαριέμαι στην καρέκλα  και συζητώντας για το μελλοντικό μου αδερφό ο οποίος βρισκόταν στην κοιλιά της μητέρας μου εδώ και επτά μήνες.
Σταδιακά στην είσοδο της πλατείας είχε εμφανιστεί ένα παράξενο καρότσι που όμοιο του δεν είχα αντικρίσει ως τότε, ολόλευκο με 4 ρόδες που βγάζανε εκείνο το ανατριχιαστικό ήχο πάνω στις πλάκες . Στην πίσω μεριά ένας κύριος γύρω στα εξήντα το έσπρωχνε , ντυμένος με άσπρο λινό παντελόνι και μια μεγάλη άσπρη ποδιά , μα το πιο χαρακτηριστικό πάνω του ήταν ένα γκρι καπέλο με φαρδύ γείσο, αρκετά ψηλό. Τότε ξεκίνησε ο κύριος να διαλαλεί δυνατά την πραμάτεια του…
-Στον Αρίστο ελάτε ελάτε παγωτάκι για να φάτε!!!
-Έχω σοκολάτα έχω και βανίλια που θα γλείφετε τα χείλια!
- Τραγανό χωνάκια για όλα τα καλά παιδάκια!!

Μέσα σε δευτερόλεπτα τσούρμο είχε μαζευτεί γύρω του από πιτσιρίκια, ενώ κάποια άλλα παιδάκια στριφογύριζαν ήδη τους γονείς τους , με νάζια και γκρίνιες πάσχιζαν να τους πείσουν για ένα χωνάκι. Εγώ κύριος, έδειχνα σχετικά αδιάφορος μα ο ουρανίσκος μου ήταν κιόλας σε έξαρση!!
Είχε σχεδόν φτάσει ο κύριος Αρίστος στο κέντρο της πλατείας, όταν πάλι άρχισαν να ακούγονται εκείνες οι παράξενες τσιρίδες , τα πιο θαρραλέα αγόρια , που έδειχναν να γνωρίζουν τον Αρίστο, είχαν μαζευτεί ολόγυρα του και τον παρότρυναν για κάτι που δε καταλάβαινα.
Όλα τα μάτια των καθήμενων στα καφενεία είχαν στραφεί στον κύριο Αρίστο, εκείνος σίγουρος για την επιτυχημένη παράσταση του, χαμογέλασε και ξεκίνησε το τελευταίο και πιο αποτελεσματικό τμήμα του show του. Έκανε μια βαθιά υπόκλιση πιάνοντας το γείσο του καπέλου του με προσεκτικό τρόπο και τότε έγινε κάτι που ξάφνιασε τους περισσότερους θαμώνες της πλατείας…
Μια μικρή μαιμουδίτσα πετάχτηκε με ορμή , θαρρείς και αναπήδησε μέσα από  το κεφάλι του Αρίστου, αποκαλύπτοντας την πηγή όλων αυτών των τσιρίδων…
Παιδικά  μάτια γούρλωσαν, βλέμμα καρφώθηκαν πάνω στη μαϊμού που με περίσσια ευελιξία σκαρφάλωσε στο πάνω μέρος του καροτσιού και χοροπηδούσε τρελά δίχως λόγο κι αφορμή. Κάθε ήχος έπαψε στην πλατεία , όλοι εστίαζαν στο ιδιαίτερο ζωάκι , καρδιές σταμάτησαν και ανάμεναν την εξέλιξη τούτο το αλλιώτικο μεσημέρι.
Ο Αρίστος την ίδια ώρα έβγαλε μια μεγάλη χάρτινη σακούλα γεμάτη με χωνάκια, έπιασε την ασημένια κουτάλα , τη βούτηξε σε ένα μικρό δοχειάκι με νερό και ξανά ξεκίνησε να φωνάζει με τη τόσο στεντόρεια φωνή του.
-Έτοιμη η κουτάλα στο νερό, τρέχτε να σας χαρίσει παγωτό!
- Λιλή μου κατέβα στην πλάτη μου ανέβα, με νάζι τρελό να κερδίσεις μια μπάλα παγωτό!!!
Κι έτσι έγινε , η Λιλή πήρε θέση στον ώμο του και δέχτηκε ευχάριστα ένα χωνάκι με μια μπάλα σοκολάτα, το οποίο κι άρχιζε να τρώει, χαρίζοντας ρίγη συγκίνησης και τρέλας σε όλα τα πιτσιρίκια…Πριν προλάβει να τελειώσει το παγωτό της , πήδηξε στο έδαφος κι άρχισε να περπατά καμαρωτή ανάμεσα σε πρόσωπα που έλαμπαν. Κανένα παιδάκι δεν προσπάθησε να την πλησιάσει λες και υπήρχε ο φόβος ότι αν την ακουμπούσαν θα εξαφανιζόταν. Οι γονείς χαμογελούσαν κρύβοντας βαθιά μέσα τους τη χαρά , πόσο όμορφα ένιωθαν κι αυτοί βλέποντας τούτο το παράταιρο θέαμα.
-Λιλή μου καλή με το κόκκινο το μάτι άντε σύρε να μου φέρεις πελάτη!!!
Τα γέλια και οι κουβέντες που είχαν αρχίσει να ξαναγεμίζουν την πλατεία, έγιναν πιο έντονα σαν η μαϊμού όρμησε με φόρα προς τα πρώτα τραπεζάκια του κοντινού καφενείου…
Με μικρές μα τόσο γοητευτικές δρασκελιές κι ακολούθως με ένα σάλτο ανέβηκε στο τραπέζι. Ναι την είχα απέναντι μου…Είχα μείνει αποσβολωμένος να την κοιτάω κατάματα, στέγνωσε το στόμα μου, ενώ η Λίλη άπλωσε το χέρι της σαν να μου πρόσφερε το χωνάκι της. Ασυναίσθητα άπλωσα το χέρι μου να το πάρω μα η παιχνιδιάρα Λιλή δε με άφησε και συνέχισε να γλείφει με τη μικρή ροζ γλώσσα της τη σοκολάτα που ήδη έσταζε λόγω της ζέστης.
Είχα γίνει ο περίγελος   στην πλατεία , μα τα γέλια ούτε που τα άκουγα πια , μιας και η Λιλή με είχε πιάσει από το χέρι, σηκώνοντας με από την καρέκλα και με οδηγούσε στο καρότσι. Ο Αρίστος είχε φτιάξει κιόλας το επόμενο χωνάκι με σοκολάτα και με το που έφτασα μου το πρόσφερε  με ένα τεράστιο χαμόγελο.
Γέλασα γιατί ένιωθα πως όλοι όσοι με χλεύασαν λίγο πριν τώρα με ζήλευαν..Ήμουν ο πρώτος που δοκίμαζε το παγωτό του κυρ-Αρίστου. Αν και πλέον ταξίδευα με την εξαίσια υφή και γεύση της σοκολάτας, φρεσκότατη και λαχταριστή. Λάμπανε τα βλέμματα όλων των άλλων παιδιών, το ένιωθες στον αέρα πως σε λίγο θα ορμούσαν όλα για να έχουν την ίδια γευστική εμπειρία με εμένα.
-Ει πανέξυπνη Λιλή κάτι ξέχασες τρελή!!!
 Μας αφύπνισε όλους ο Αρίστος με την βροντερή φωνή, μη μπορώντας να μαντέψουμε τι θα ακολουθούσε..
Τότε λοιπόν η Λιλή τρέχοντας γύρισε στο τραπέζι όπου κάθονταν οι γονείς μου και με χαζεύανε με καμάρι, άρχισε να επεξεργάζεται τη φουσκωμένη κοιλιά της μητέρας μου η οποία έκρυβε τον μελλοντικό αδερφό μου. Μετά με αστείρευτο θράσος ανέβηκε στο κεφάλι του πατέρα μου κι άρχισε να του ανακατεύει τα μαλλιά , κάτι που τον εξόργισε , μιας και ποτέ δε συμπαθούσε τόσο τα ζώα. Πριν πηδήξει με το μαγικό της στυλ η Λίλη από το κεφάλι, άπλωσε το χέρι της και πήρε ένα κέρμα από τη τσέπη του πουκάμισου του πατέρα . Με απίστευτη ταχύτητα έτρεξε και το έδωσε στον Αρίστο.
Ήταν η στιγμή που σείστηκε η πλατεία από τα γέλια με τα καμώματα της Λίλης, ενώ ο πατέρας μου δεν ήξερε που να κρυφτεί, μα έξυπνα σκεπτόμενος σηκώθηκε και πήγε να αγοράσει ένα παγωτό και τη μανούλα , με διπλή μπάλα αφού εκείνη έτρωγε για δυο άτομα.
Λες κι αυτό αποτέλεσε το κουδούνι για να αρχίσει η παράσταση, πόδια τρέχανε γοργά να γευτούν τα παγωτά του Αρίστου. Οι ήχοι από τα κέρματα σμίγανε με τις κραυγές χαράς της Λίλης, η οποία δεχόταν πια άφοβα τα χάδια παιδικών χεριών. Πετούσε από το ένα παιδί στο άλλο, προσφέροντας στιγμές παραμυθένιες για την παιδική φαντασία!!

Από τότε Κάθε καλοκαίρι ο Αρίστος και η Λιλή έγιναν φίλοι μου, ανυπομονούσα να κατεβαίνω στο Ναύπλιο να τους συναντώ, κάθε φορά και με νέα στιχάκια και ρίμες εκείνος και εκείνη πιο παλαβιάρα και ζωηρή σαν να μη γέρναγε.Τα παιδικά χάδια ελιξίριο νεότητας και ευτυχίας για τη Λιλή.

Τρίτη 31 Μαρτίου 2015

ΑΝΟΙΞΕ ΤΗ ΘΥΡΑ ΤΩΝ ΦΟΒΩΝ ΣΟΥ




Το λιγοστό φως από το κεράκι που κόντευε να σβήσει πάνω στο μικρό τραπεζάκι του διαδρόμου δε με εμπόδισε να φτάσω μια ανάσα από την βαριά ξύλινη πόρτα. Είχα ξαναβρεθεί στο κατώφλι της κι άλλες φορές όμως τούτη τη νύχτα υπήρχε ρητή εντολή να την ανοίξω, όσο κι αν ο φόβος είχε μειώσει τους χτύπους της καρδιάς μου. Έπιασα αργά αργά το κρύο μεταλλικό πόμολο, τα δάχτυλα πάγωσαν μεμιάς, ήξερα καλά πως οι δισταγμοί θα ήταν έντονοι, όλα τα κύτταρα σε υπερδιέγερση. Τα χείλη σχεδόν μάτωσαν από το δάγκωμα, τα βλέφαρα ανοιγόκλειναν γρήγορα πασχίζοντας να βρουν την κατάλληλη όραση για να αντιμετωπίσουν ότι ερχόταν... 
     Ελαφρύ σπρώξιμο, περιμένοντας να ακουστεί το τρίξιμο από τους αλάδωτους μεντεσέδες μα κανένα αποτέλεσμα. Κατάλαβα αμέσως, όλα αυτά που υπήρχαν πίσω από την πόρτα την κάνανε να βαραίνει ακόμα πιο πολύ....Δίσταζα μα δε μπορούσα να παραβώ την εντολή..''Σήμερα θα ανοίξεις την πόρτα''
     Βαθιές ανάσες, αυτοσυγκέντρωση όπως οι ετοιμόγεννες πριν το μεγάλο πόνο. Πολλές φορές κρυφοκοίταζα από το μικρό ματάκι της πόρτας. Τι κι αν συνήθως παντού σκοτάδι!!! Ήταν φορές που διέκρινα καθαρά...Σφιγγόταν το στομάχι, άφηνα κάποια δάκρυα να ξεπλύνουν τα μάτια μα ο φόβος αντιμετωπιζόταν.Ημίμετρα θα πείτε και θα έχετε δίκιο μα κανείς δε μπορεί να με κατηγορεί πριν ανοίξει τη δική του πόρτα.
     Μια τελευταία ανάσα, κλείνω τα βλέφαρα με όση δύναμη μπορώ και πέφτω απαλά προς το παλιό ξύλο της πόρτας,υποχωρεί δίχως πολλά τριξίματα.......Ασυναίσθητα , δυο τρία αμφίβολα βήματα κρατώντας τα βλέφαρα στην ασφαλή κατάσταση τους. Σιγή , σχεδόν ταφική....Δε ξεγελιέμαι, μυρίζω στον αέρα εκείνες τις οσμές τις γνώριμες. Η υγρασία παρούσα ,αργά αργά απασφαλίζω τα βλέφαρα. Ήδη άρχισαν οι ψίθυροι να τριγυρνάνε σαν αερικά στο σκοτάδι που μόλις  αντικρίζουν τα μάτια. Καθώς  ξεκινάει το ξεθάμπιασμα της  όρασης οι ψίθυροι μου χαιδεύουν τα αυτιά. Ξέρω καλά πως είναι όλοι τους εκεί.Κανείς δε θα λείπει...Τρομάζω...Φοβάμαι μα πλέον είμαι μέσα, ακούγεται κάτι να σέρνεται όλο και πιο γρήγορα...Η πόρτα κλείνει μόνη της ανεξήγητα, το αίμα μου παγώνει, αλλάζει χρώμα.. Άσπρο σαν το χιόνι. Τα μάτια συνηθίζουν στο σκοτάδι οι ήχοι καθάριοι στα αυτιά πια.
     Πρώτος με πλησιάζει ο πιο πρόσφατος φόβος μου...Εκείνος του λευκού χαρτιού, να θες να γράψεις να βγάλεις τα εσώψυχα σου με το μολύβι για σπαθί και να μη μπορείς. Είναι ο μόνος που αντέχω να κοιτώ κατάματα. Με επεξεργάζεται , νιώθω την ανάσα του στα μαλλιά μου, θαρρείς και ψάχνει μες στο κεφάλι μου. Τολμώ και προχωράω ένα μέτρο πιο βαθιά στο δωμάτιο, τα πόδια μου σκοντάφτουν σε κάτι απροσδιόριστο.Στρέφω το βλέμμα μου και τότε τον βλέπω..Ο παιδικός φόβος της απώλειας τον γονιών μου αμέριμνος , καθισμένος στο πάτωμα μου χαμογελά. Παίρνω απόφαση και μετακινούμαι ακόμα λίγο αποφεύγοντας τον. Τότε με σκεπάζει κάτι σαν πέπλο,οι ψίθυροι μεμιάς μετατρέπονται σε ουρλιαχτά..Γνώριμες χροιές , φίλοι και φίλες που πήραν άλλα μονοπάτια, θηλυκά που χάραξαν την καρδιά μου,μα και ανησυχία για όσους θα σβήσουν τα χνάρια τους συνειδητά ή όχι. Τρέμω, σηκώνω και κλείνω τα αυτιά μου με τις παλάμες.
       Μα να τότε μέσα από το βρώμικο υγρό τοίχο που στέκεται αγέρωχος απέναντι μου, αναδύεται μια οσμή επικίνδυνη.Σε ξέρω εσένα φωνάζω...Φύγε...Μοναξιά...Πόσο φοβάμαι πώς θα ρθει μια νύχτα και δε θα έχω πλάι μου καμιά από όσες λάτρεψα και όσες θα αγαπήσω!!! Η μυρωδιά εισχωρεί στα ρουθούνια, μπαίνει σε κάθε κύτταρο.Ανατριχίλα!!! Αφήνω ελεύθερα τα αυτιά και τρέχω με ορμή προς τον τοίχο. Να στηριχτώ κάπου, μην πέσω σκέφτομαι...αν πέσω θα με λιώσουν. ΄Ιλιγγος, σαν αυτόν που με επισκέπτεται όταν κοιτάω κάθετα από ψηλά!! 
      Δεν αντέχω, ακουμπάω την πλάτη μου στο φθαρμένο τοίχο, κλείνω τα μάτια και πασχίζω να σκεφτώ κάτι όμορφο...Ένα νησί μακριά από εδώ καλοκαίρι, ζέστη, βουτιές .Άξαφνα κενό στο στομάχι...Θάλασσα ..Παντού νερό ...Πνίγομαι στο φόβο της, στα απόκρυφά της βάθη. Έτσι όρθιος ξερνάω το φόβο, μόνο νερό τίποτα άλλο!!
Ανακούφιση, επιτέλους, μα όχι όχι...λάθος..πάντα γύρω μου όλοι τους!! Κι ένα νέο μακρόσυρτο βουητό από μακριά, έρχεται, ζυγώνει.... Άξαφνα μέσα από το κουφάρι του τοίχου κάτι πετιέται πισώπλατα και με χτυπά με δύναμη..Πέφτω με ορμή στο κέντρο του δωματίου, τούμπες φέρνει το κορμί , πόνοι παντού. Βήχω λες κι η ψυχή θα βγει από το στόμα...
      Φέρνω σταθερά το δεξί  μου χέρι στην πλάτη, εκεί  που μπήκε ο φόβος ξεπηδώντας από τα διαλυμένα τούβλα.Αίμα κυλάει, πιο καυτό  από κάθε άλλη φορά. Τα πνευμόνια  αντιδρούν κι ο βήχας κόβει την κάθοδο του οξυγόνου..Τα δάχτυλα τεντώνονται και ψάχνουν πιο βαθιά στην πληγή!! Κάτι ακουμπούν, κολλάει , μια γλοιώδη ουσία ξένη !!! Τρόμος... Σταματά ο βήχας, να ανασάνω..μια ανάσα..Κλαίω...ναι κλαίω...δε φοβάμαι να κλάψω..αρκεί να μη με βλέπει κανείς..Δε χαρίζω εύκολα τα δάκρυα μου ..Χείμαρροι στα μάγουλα .Το χέρι ματωμένο έρχεται πάλι μπροστά και ανοίγοντας τα δάχτυλα πάω να διώξω τις τούφες που κρύβουν τα μάτια.
    Δε μπορεί...όχι..ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα ελπίζοντας να μη δω ότι είδα...Τα  κόκκινα δάχτυλα έχουν γεμίσει τρίχες..Δε τολμάω να ψάξω πάλι στο κεφάλι...Άρρωστος...  Ήδη βλέπω το απόλυτο άσπρο στο δωμάτιο...Σεντόνια  πετούν στο ταβάνι, μηχανήματα διαγράφονται σαν σε προβολή σε αόρατη οθόνη στο τοίχο.Γιατροί φαντάσματα πλησιάζουν με νυστέρια και σύριγγες , έτοιμοι για να εγχειρήσουν ..να βρουν το φόβο που ζει μέσα μου και να τον αποκόψουν!!!
    Φοβάμαι , θέλω να βγω από δω μέσα...με τυφλώνει το λευκό φως...που είναι το σκοτάδι τώρα ??
Στην άκρη του δωματίου αναβοσβήνει ένα παράξενο φως...Κάτι γράφει μα δε μπορώ να διακρίνω , τυφλώνομαι λεπτό το λεπτό. Έξοδος κινδύνου!!! Ναι  κι όμως αυτό γράφει. Αποκτώ ελπίδα και πάλι, νιώθω να μειώνονται οι δυνάμεις μου, σφίγγω τα δόντια και μπουσουλώντας με  το αίμα πάντα να στάζει κατευθύνομαι προς την έξοδο..Κοιτάζω το πάτωμα, δε θέλω να αντικρίσω κανένα τους.Φτάνει..Να βγω!! Δεν αντέχω άλλο, νιώθω πως πλησιάζω, λίγο ακόμα ρε φίλε, θα σωθώ. Το κεφάλι μου βρίσκει σε κάτι ξύλινο. Θα έφτασα αναλογίζομαι. Επιτέλους έξοδος!!! Με ελπίδα ανασηκώνω το βλέμμα μου, ω όχι....τι έξοδος είναι αυτή!!! Μια ξύλινη κατασκευή με εσοχή..Περίπου στη μέση υπάρχουν κάτι χαρακιές, ένα ρίγος με πιάνει....Διαβάζω ξεκάθαρα το ονοματεπώνυμο μου, ενώ μια φωνή πίσω από το ξύλο ακουγόταν σαν μαχαιριά στην καρδιά...'' Θάνατο με λένε..με φοβάσαι μα δε θα μάθεις ποτέ τι κρύβω ...Μόνο αν έρθεις μαζί μου!!  ''
      Η κυκλοφορία του αίματος διακόπηκε, καμιά ανάσα...ο αέρας στους πνεύμονες έπεσε σε επίπεδα μη ανεκτά...έσβησαν όλα μεμιάς κι ακολούθησε ένας μικρός ήχος καθώς το κεφάλι χτυπούσε στο δάπεδο. Λιποθυμία!!!
     Άνοιξαν με κόπο τα βλέφαρα, το φως ξάφνιασε τα μάτια κι αμέσως έκλεισαν. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα τα άνοιξα πάλι...Κοίταξα τριγύρω, τόσο γνώριμες εικόνες μέσα στο δωμάτιο, χαμογέλασα, όνειρο ήταν σκέφτηκα...
Την ώρα που σηκωνόμουν ένιωσα ένα κάψιμο χαμηλά στην πλάτη. Γύρισα και είδα μια κηλίδα αίματος στο σεντόνι στο ύψος της πλάτης...........
       

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΓΡΥΛΙΣΜΑΤΑ



ΤΙΤΛΟΣ- ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΓΡΥΛΙΣΜΑΤΑ

   Μέχρι σήμερα οι Κυριακές, μου άρεσαν αρκετά γιατί πάντα μου δίνανε το καλύτερο φαγητό, όχι ότι τις άλλες μέρες δε με τάιζαν μα πως να το κάνουμε  , ίδιο είναι ένα ξεροκόμματο ψωμιού βουτηγμένο σε λάδι με ένα λαχταριστό τραγανό κόκκαλο από χοιρινή μπριζόλα??? 
   Άσε που τις καθημερινές ως το μεσημεράκι το μικρό αφεντικό λείπει γιατί πάει κάπου που το λένε σχολείο ενώ την Κυριακή είναι ολημερίς σπίτι και παίζει μαζί μου έξω στην αυλή.
    Ξέχασα να σας πω   επίσης  πως  το μικρό αφεντικό όλοι το φωνάζουν Σωτηράκη, άλλος ένας λόγος που τον αγαπώ πιο πολύ από όλους γιατί εμένα μου θυμίζει το  τυράκι που μου ρίχνουν αραιά και που και είναι τόσο  νόστιμο.
    Όπως καταλάβατε σαν ξημερώνει Κυριακή είμαι τόσο ευτυχισμένος που τρέχω με το που σκάσει ο ήλιος στο παραθύρι και γλείφω το Σωτηράκη να σηκωθεί για να ξεκινήσουμε το κυνηγητό στην αυλή. Λατρεύω κι εκείνη τη φουσκωτή μπάλα που την κλωτσάει και πηδάω πάνω της μα η άτιμη δε σταματά με τίποτα!!!
     Όμως σήμερα από την αυγή φάνηκε πως θα ναι μια διαφορετική Κυριακή αφού ήρθε και με σκούντηξε η μαμά Σοφία και για να με πείσει να σταθώ στα τέσσερα πόδια μου , γεμίζοντας το μπολάκι μου με γαλατάκι!!!Φυσικά δε δυσκολεύτηκα να σηκωθώ, μη μου ξινίσει και το γάλα ε!! Μετά η μαμά Σοφία ξύπνησε και το Σωτηράκη και άρχισε να τον πλένει και να τον ντύνει παρά την συνεχή γκρίνια του..Του λεγε κάτι για μεγάλη μέρα ,για ότι όλα τα παιδάκια θα κοινωνήσουν και για βόλτα μετά στην πλατεία που θα δουν και παράσταση Καραγκιόζη!! Μόνο τότε ο μικρός έπαψε το γρύλισμα κι άρχισε να γελά από τη χαρά του...Προφανώς ο Καραγκιόζης θα ναι κάτι σαν το γάλα μου, δεν εξηγείται αλλιώς η προθυμία του Σωτηράκη!!!
    Την ώρα που ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν η μαμά Σοφία πήρε ένα σκοινάκι, μου το πέρασε από το λαιμό και μου είπε..
-Σήμερα θα σε πάρουμε μαζί τυχεράκια, να δεις κι εσύ τον κόσμο έξω από την αυλή....
Δε κατάλαβα τι εννοούσε και να πω αλήθεια εμένα με νοιαζε που αυτό το σκοινί δε με άφηνε να πάω όπου ήθελα....Μα στη συνέχεια καθώς με τραβούσε ο Σωτηράκης είδα τη μεγάλη πόρτα να ανοίγει και να βγαίνω κι εγώ μαζί τους...Καταλαβαίνετε ε...Αμόκ...Δεν ήξερα προς τα που πάμε , τι να μυρίσω...παντού οσμές ...τι τέλεια αυτή η Κυριακή!!!
    Παρακάτω όμως πολλοί άνθρωποι περπατούσαν μαζί, έτρεμα γιατί αρκετοί δε με βλέπανε κι όλο σκοντάφτανε πάνω μου...τι κι αν γάβγιζα με αγριάδα, κανείς τους δε σκιαζόταν κι όλο κάτι πιτσιρίκια σκύβανε και με χαιδεύανε....δε θέλω τόσα χάδια λέμε παραγνωριστήκαμε νομίζω!!! Ειδικά όταν μαμά και Σωτηράκης μπήκανε σε εκείνο το παράξενο σπίτι την εκκλησία, με έδεσαν απέξω σε ένα φράχτη..εκεί δεν προλάβαινα να δω ποιο παιδάκι με χαιδεύει και πιο μου τράβαγε τα αυτιά...άσχημο πράγμα η εκκλησία τελικά ,εκμετάλλευση μου μύριζε  έντονα!!!
    Ευτυχώς δεν άργησαν να βγουν τα αφεντικά μου και να με σώσουν απο την συμμορία των παιδιών, συνεχίζοντας τη βόλτα με κατεύθυνση την πλατεία. Εκεί  να δείτε κόσμος...και καρέκλες παντού να κοιτάνε ένα ξύλινο πράγμα με ένα άσπρο σεντόνι....όσο και να τράβαγα το σκοινάκι να πάω να ανακαλύψω τι κρυβόταν πίσω από το σεντόνι ο Σωτηράκης με κράταγε σφιχτά κοντά στην καρέκλα του μετά τις παροτρύνσεις της μαμάς Σοφίας. Σαν γέμισαν οι καρέκλες ξεκίνησε αυτός ο Καραγκιόζης κι όλοι άρχισαν να γελούν , βέβαια να πω την αμαρτία μου εγώ βαρέθηκα κι είχα κάτσει να ξεκουραστώ μασουλώντας ένα κορδόνι από το παπούτσι ενός κυρίου. 
    Σαν τέλειωσε η παράσταση, η μαμά Σοφία αγόρασε στο Σωτηράκη ένα παράξενο άσπρο πράγμα που το ζήτησε ως μαλλί της γριάς, ειλικρινά απόρησα πως το έφαγε τόσο λαίμαργα ο μικρός..μου έκοψε ένα κομματάκι κι εμένα μα εγώ δεν είμαι κανά χαζόγατο να τρώω ότι μου πετάνε...
     Καθώς παίρναμε το δρόμο της επιστροφής στην έξοδο της πλατείας υπήρχε ένας περίεργος τύπος με ένα ακόμα πιο περίεργο αντικείμενο στημένο σε κάτι ξύλινα πόδια. Η μαμά Σοφία τον πλησίασε και του ζήτησε να μας φωτογραφήσει για να θυμόμαστε την όμορφη μέρα. Δεν ήξερα τι είναι αυτό μα η μαμά Σοφία άρχισε να ισιώνει τα ρούχα του Σωτηράκη και να φροντίζει τα μαλλιά της, οπότε θα πρόκειται για κάτι ιδιαίτερης σημασίας. Μάνα και γιος άρχισαν να χαμογελούν κοιτώντας αυτό το κουτί που επεξεργαζόταν ο άγνωστος φωτογράφος, τότε συνειδητοποίησα πως μάλλον τούτη η στιγμή θα έμενε στην ιστορία κι επειδή εγώ είμαι ένας πρωταγωνιστής και η μικρή λευκή σκυλίτσα απέναντι με κοίταζε επίμονα, πήρα το ύφος του γόη και πόζαρα!!! Αξέχαστη Κυριακή!!!

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

ΒΛΕΜΜΑΤΑ ΓΕΜΑΤΑ ΘΑΛΑΣΣΑ




      Την προηγούμενη νύχτα η Μαριγώ δε μπόρεσε να κοιμηθεί ούτε λεπτό. Ήταν τέτοια η ένταση από την αναμονή της σημερινής άφιξης που τα βλέφαρα της πετάριζαν κάθε φορά που ο ύπνος την αγκάλιαζε απαλά. Γυρνούσε ασυνείδητα κι έβλεπε τον γιόκα της το Νικόλα χωμένο στα σκεπάσματα να ονειρεύεται γαλήνιος....Ο ξανθός της άγγελος εδώ  και 19 μήνες είχε πάρει τη θέση του άνδρα της τα βράδια στο κρεββάτι. Την πρώτη περίοδο ο μικρός έκλαιγε συνέχεια, δε κατάφερνε να κατανοήσει τους λόγους που ο πατέρας του έπρεπε να φύγει από το νησί. Ως τότε ο Νικόλας έβλεπε τον πατέρα του Ανδρέα να σηκώνεται κάθε χάραμα πριν καν εμφανιστεί ο ήλιος από τα βουνά της Τουρκίας που κρυβόταν και να τραβά προς το μικρό καίκι τους. Ψαράς από πάππου προς πάππου ο Ανδρέας, τροφοδοτούσε την Χίο κάθε μέρα με ψαριές και ζούσε φτωχικά μα τίμια τη φαμίλια του. Μα 2-3 χρονιές πίσω ήταν που θαρρείς και ο Θεός τους ξέχασε, οι ψαριές μειώθηκαν ενώ πλέον η εμφάνιση των πρώτων επαγγελματικών μηχανότρατων  οδήγησε τον Ανδρέα αναγκαστικά έξω από καίκι που το είχε σαν δεύτερο σπίτι του.
       Όσο κι αν πάλεψε η Μαριγώ να τον παρηγορήσει, να τον στηρίξει και κυρίως να τον αποτρέψει από το μπαρκάρισμα δε το πέτυχε....Ως Χιώτης είχε πάντα το ναυτικό του φυλλάδιο θεωρημένο, διαβατήριο για ένα καλό μισθό που πολλές φορές όμως  οδηγούσε κατευθείαν στην απέναντι όχθη του Αχέροντα. Έτσι πριν καιρό μπήκε στο γκαζάδικο ''ΠΛΑΝΕΤ'' χωρίς να δυσκολευτεί μιας και ο ιδιοκτήτης του εφοπλιστής Τσάλος που μόλις είχε ξεκινήσει το χτίσιμο της αυτοκρατορίας του, προτιμούσε την επάνδρωση των πλοίων του με συντοπίτες του από τη Χίο. Με βαριά καρδιά ο Ανδρέας μπάρκαρε και κάθε μήνα που πέρναγε έστελνε όλο το μισθό του στη Μαριγώ για να φροντίζει το Νικόλα του. Χώρια που της είχε εμπιστοσύνη, ήξερε πως θα χε φτιάξει κομπόδεμα γιατί ήταν και οικονόμα και προνοητική.
    Οι μέρες κυλούσαν δύσκολα και για τους δυο...Ο Ανδρέας θαλασσοδερνόταν και περίμενε διακαώς τα γράμματα που λάμβανε από το νησί,   την ίδια ώρα που η Μαριγώ προσπαθούσε να μεγαλώσει το Νικόλα και να του απαλύνει το πόνο από την έλλειψη του πατέρα του...
     Το τελευταίο γράμμα του Ανδρέα είχε κάνει τη Μαριγώ να κλάψει απο χαρά.Στις 20 Μάρτη ο Ανδρέας θα επέστρεφε στη Χίο, για δυο μήνες είχε πάρει άδεια απο το ΄΄ΠΛΑΝΕΤ''.
     Κι έφτασε εκείνη η μέρα, αν κι άυπνη η Μαριγώ σηκώθηκε την αυγή και  βγήκε στην αυλή την οποία και είχε ασβεστώσει χτες για να υποδεχτεί τον άνδρα της. Χάρισε ένα χαμόγελο στον ήλιο , έκανε το σταυρό της και σκέφτηκε πως θα πρέπει αύριο να πάει να ανάψει ένα κεράκι στο ξωκλήσι του Άη Νικόλα για να τον ευχαριστήσει που φύλαγε τόσους μήνες τον άντρα της στο πέλαγος. Ξεκίνησε να ετοιμάζει το αγαπημένο φαγητό του Ανδρέα από νωρίς, ένα περιποιημένο μουσακά ενώ λίγο αργότερα ο Νικόλας ξύπνησε κι άρχισε να τρέχει μέσα στην κουζίνα παίζοντας με το σκύλο τους το Σπίθα και φωνάζοντας'' έρχεται ο μπαμπάς'' και την τράβαγε από το πόδι 
- Άντε μαμά να ετοιμαστούμε να πάμε στο λιμάνι....να 
- Υπομονή βρε γιόκα μου σε 2 ώρες θα φτάσει το ''ΣΑΠΦΩ'' , σύρε πλύσου να σαι όμορφος να σε δει να καμαρώσει ο πατέρας σου...απάντησε η Μαριγώ.
    Σαν έβγαλε το ταψί από το φούρνο η Μαριγώ κι έσβησε τη φωτιά έτρεξε να πλυθεί κι αυτή , φόρεσε την καλή της φούστα , έντυσε και το Νικόλα με τα ρούχα  που του έβαζε τις Κυριακές στην Εκκλησιά. Στο λιμάνι θα χε μαζευτεί κόσμος μιας και με το ''ΣΑΠΦΩ''  θα γυρνούσαν άλλοι 5 ναυτικοί που είχαν μπαρκάρει με τον άνδρα της κι η Μαριγώ ήθελε να τους δουν οι συμπολίτες τους μάνα και γιο και να τους θαυμάσουν, να χαρούν με τη χαρά τους. Με το που ακούστηκε η καμπάνα να σημάνει δώδεκα , άρπαξε το Νικόλα κι άρχιζαν να κατηφορίζουν από το δρόμο που πέρναγε κάτω από το κάστρο,συνοδεία κι ο Σπίθας που τον κρατούσαν με ένα σκοινί κολάρο για να μη τον κυνηγάνε σε όλη την πόλη.
   Ήδη αρκετοί Χιώτες είχαν βγει στα παράθυρα τους κι αγνάντευαν  στον ορίζοντα για να δουν το φουγάρου του ''ΣΑΠΦΩ'' να δίνει το στίγμα του. Μάνα και γιος δεν περπατούσαν, πετούσαν από την ανυπομονησία τους να φτάσουν στο πλακόστρωτο του λιμανιού.
Εκεί είχε φτάσει καμιά ώρα τώρα ο κύριος Δημητρίου , ο φωτογράφος της πόλης, στήνοντας το τρίποδο και οπλισμένος με υπομονή και αφοσίωση ώστε να απαθανατίσει τις μαγικές στιγμές της επανένωσης των οικογενειών. Ο Δημητρίου με το που είδε τη Μαριγώ και το Νικόλα τους φώναξε να ποζάρουν στη κάμερα του, άλλο που δεν ήθελε εκείνη , έφτιαξε το γιακά του μικρού και γεμάτοι ευτυχία οι δυο τους , με χαμόγελα μέσα από τη ψυχή τους εστίασαν στο φακό του Δημητρίου. Θαρρείς κι ο Σπίθας κατάλαβε τι γινόταν κάθισε μετά από ώρα φρόνιμος κοιτάζοντας κι αυτός προς τα εκεί που είχαν στρέψει το βλέμμα τους τα αγαπημένα του αφεντικά. Με το που ακούστηκε ο μεταλλικός ήχος από το το άνοιγμα του φακού η μπουρού του 'ΣΑΠΦΩ' δήλωσε παρούσα για την είσοδο στο λιμάνι του ένδοξου νησιού , κάνοντας το μικρό Νικόλα να ξεχάσει την κάμερα και να αντικρίσει την σιδερένια τεράστια βάρκα από την οποία θα κατέβαινε ο λατρεμένος μπαμπάς του.
      

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΓΙΝΑΜΕ ΕΝΑ

     Ήταν μια χειμωνιάτικη αύρα που χε σκεπάσει τούτη τη νύχτα. Ένα αεράκι από το Βοριά φρόντιζε να χαιδεύει το σκοτάδι του Νοέμβρη, ένιωθα όμως μια παράξενη ζέστη ειδικά στην περιοχή της καρδιάς...Σαν να υπήρχε μια εστία φωτιάς που φλεγόταν αργά και μετέφερε μια θερμότητα σε όλο το σώμα. Άνοιξα τα μάτια μου, μέσα από τις γρύλιες έμπαινε κλεφτά λίγο δροσερό φως που πήγαζε από το χάραμα κι ερχόταν να μου φανερώσει την αλήθεια....
      Έστρεψε το βλέμμα κι αντίκρισα την εστία της φωτιάς...Είχες ξαπλώσει  στο στήθος μου, τα ξανθά σου μαλλιά έπεφταν σαν σεντόνι πάνω στο σώμα μου. Η ανάσα σου σταθερή, κάθε εκπνοή σου, φούντωνε τη φλόγα που σιγόκαιγε βαθιά μέσα μου. Ήσουν εικόνα βγαλμένη από παραμύθι, με καμιά γνωστή πριγκήπισα δεν μοιάζεις, είσαι μια και μοναδική , όλη η λάμψη του ουρανού στο πρόσωπο σου.....
      Λες κι ένιωσες το ξύπνημα μου, άπλωσες το χέρι κι αναζήτησες το δικό μου....απαλά αγγίγματα.
Τα δάχτυλα σου πυροκροτητές αισθήσεων, τύλιξαν τα δικά μου...παιχνιδιάρικα  ..Με το άλλο χέρι έψαξα τα υπέροχα μαλλιά σου, άφησα την παλάμη μου να νιώσει τον ηλεκτρισμό τους, χάιδεψα το ξανθό σεντόνι καθώς ευωδιές ανέδυαν όσο τα άγγιζα. Δάχτυλα χωμένα σε χρυσό σιτάρι...μαγεία.
Άξαφνα θαρρώ πως άρχισαν να λάμπουν στο μισοσκόταδο, όσο παρέτεινα το χάδι τόσο αυτά δυνάμωναν τη λάμψη και ηλεκτροφόρα κύματα διαπερνούσαν το δέρμα μου.. Σαν να ακουμπούσα τη ράχη του ήλιου, ηλιαχτίδες πάνω στο στήθος μου...Άφησα τα ακροδάχτυλα να κυλήσουν στην πλάτη σου, γυμνή σάρκα, πλάσμα αγγελικό  από τα μακρινά  αστέρια του ουρανού προερχόμενο. Κι όμως έτσι ακίνητη, ήρεμη ήσουν τόσο επικίνδυνη...απόλυτη ομορφιά...Τι κι αν το σκοτάδι μας αγκάλιαζε και τους δυο, εσύ αυτόφωτη ηλιονεράιδα, ξεχείλιζε από μέσα σου μια  απίστευτη ομορφιά και θέρμη.
      Με έσφιξες πιο έντονα, μετακινώντας ελαφρώς το κορμί σου ήρθες και κόλλησες όλη πάνω μου.
Ήμουν σίγουρος πως έβλεπες καθαρά μέσα στη ψυχή και την καρδιά μου, φούντωσες την εσωτερική φλόγα, πάσχιζα να μην καώ αν και μου άρεσε η ζέση του κορμιού σου...Έφερες το πόδι σου νωχελικά πάνω από το γοφό μου, προσπαθούσες να με ξυπνήσεις με το δικό σου ναζιάρικο αθόρυβο τρόπο.
       Έκλεισα τα μάτια ..Και όνειρο να ήταν ήθελα να το ζήσω...έκλεισα με δύναμη στο χέρι μου τα δάχτυλα σου, με τους γλουτούς μου κλείδωσα τα πόδια σου..Με το άλλο χέρι αναζήτησα την μικρή κοιλότητα χαμηλά στην πλάτη σου, πίεσα ελαφρά εκεί για να σε νιώθω να με βαραίνει όλο το μικροκαμωμένο κορμί σου...Σκίρτησες αισθησιακά, ανταποκρίθηκες άμεσα...ανέβασες το κεφάλι σου προς το δικό μου...Οι κινήσεις σου σίγουρες, σταθερές ...κάθε χιλιοστό σου το χρησιμοποιούσες για να με αποπλανήσεις ακόμα μια φορά..Ήξερες τι έκανες, η φλόγα άμεσα εξαπλώθηκε παντού μέσα μου...σπίθες παντού , καιγόμουν μα ένιωθα κι εσένα έτοιμη για την έκρηξη. Κάθε σπιθαμή του ποθητού σώματος σου είχε μπει σε διέγερση, κάθε κύτταρο σου έψαχνε να βρει το ταίρι του στα δικά μου κύτταρα..Τα χείλη σου άνοιξαν, η καυτή ανάσα σου ζέσταινε το στέρνο μου, με την άκρη της γλώσσας σου ετοιμάστηκες να κόψεις το λαιμό μου..πλησίαζες...
     Και τότε είδα, είδα εκείνα τα πράσινα μάτια..φουρτουνιασμένη θάλασσα....Θέλω να πέσω μέσα της, να αφεθώ να με πνίξει...Τα βλέμματα  αγγίζονταν ...δεν άντεχα άλλο...ότι και να συνέβαινε,
Αλήθεια? Όνειρο? Παραμύθι? Στιγμή? Ήταν παράδεισος....
Έκλεισα τα μάτια ακριβώς την ώρα που τα χείλη ενώθηκαν, ανάσα βαριά , βαθιά βουτιά στης θάλασσας σου τα άπατα....
Εκεί στα ζεστά σου νερά, στου βυθού σου το χάος να χάνομαι, ταξίδι στο κέντρο της γης ...
΄Ανοιξα πάλι τα μάτια, ΝΑ ΒΛΕΠΩ ΜΕΣΑ ΣΟΥ...κοιτώντας τα μεγάλα πράσινα μάτια σου..
Η λαύρα από το ηφαίστειο είχε αρχίσει να καίει το βυθό σου...τα βλέμματα έγιναν ένα....τα δάχτυλα δυνάμωσαν...όλα ένα...ένα σώμα πια...

Σάββατο 19 Ιουλίου 2014

ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΜΑΚΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ....ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Το αυτοκίνητο σταμάτησε αργά , νωχελικά ,λες και πάσχιζε κι αυτό να επιμηκύνει το χρόνο που ήταν μαζί τους εκείνη.
Πριν προλάβει να ασφαλίσει το χειρόφρενο , εκείνη είχε πεταχτεί έξω '' Καληνύχτα, να προσέχεις''
Ένιωσε απαλά τα ΄δάχτυλα της, ακούμπησε ελαφρά στα χείλη της και με ένα ανεπαίσθητο φύσημα του έστειλε ένα φιλί. Τον ξάφνιασε όπως έκανε τόσες άλλες φορές παλιά. Δεν πρόλαβε παρά να της ψελλίσει '' Θα σε αγαπώ για πάντα '' κοιτώντας τη να προχωρά προς την είσοδο της πολυκατοικίας.

Το καφέ φόρεμα με τα μικρά κίτρινα άνθη την έκανε να μοιάζει με αερικό, τυλίγοντας προστατευτικά  το σώμα της. Εκείνος όμως ήξερε, δε μπορούσε τίποτα να την κρατήσει χώρια του. Γνώριζε πως είναι φτιαγμένοι να βαδίζουν χέρι χέρι.

Καθώς πλησίαζε την πόρτα της εισόδου, πάσχιζε να μη γυρίσει το κεφάλι της, όχι, ήξερε πως αν το έκανε θα το είχε χάσει το παιχνίδι. Το είχε υποσχεθεί στον εαυτό της. Τα καστανά μαλλιά της έπεφταν μπροστά στο πρόσωπο, δε θα άφηνε να συμβεί, δεν ήθελε. Θα ήταν παραδοχή ότι δε μπορεί χωρίς αυτόν. Κι άντεξε.....

Η καρδιά της εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα σχεδόν έπαψε να χτυπά. Ανατρίχιαζε καθώς ένιωθε καρφωμένα στην πλάτη της τα γαλανά του μάτια. Δε θα δάκρυζε, όχι αυτή τη φορά. Το βλέμμα του την έκαιγε, ξύπναγε τον πόθο μέσα της. Την έκανε να αισθάνεται διάφανη, σκέφτηκε να τρέξει πάλι πίσω να τον αγκαλιάσει, να της χαρίσει εκείνες τις αγκαλιές, που τον έκαναν τόσο δυνατό. Μα όχι, δε γυρνάει πίσω, θα βαδίσει μπροστά.

Άγκυρες τα μάτια του, την είχαν δέσει για τα καλά. Για πάντα.

Τα μικρά της γοβάκια έσπαζαν την ησυχία  στη γειτονιά Αυτή μπορούσε να ακούσει ξεκάθαρα στον αέρα τα λόγια του, τους ψιθύρους στα αυτιά της. Εκείνους που της έλεγε τα βράδια και την μετέτρεπε σε θεά των Αρχαίων Ελλήνων. Τα γλυκόλογα του την ώρα που γίνονταν ένα, οι όρκοι αιώνιας πίστης κι αφοσίωσης σαν την κοιτούσε κατάματα στην ακρογιαλιά.

<<  Πάντα τα εννοούσε, τίποτα δεν ήταν ψέμα >> μονολόγησε ακουμπώντας πλέον στο καθρέφτη που είχε στην είσοδο του διαμερίσματος της. Όσο ανάλαφρη κι αν ήταν η φιγούρα της , όσο κι αν πέταγε πια μακριά του, μέσα της βαθιά το ήξερε









ΟΣΟ ΑΝΑΛΑΦΡΗ ΚΙ Α;Ν ΗΤΑΝ Η ΦΙΓΟΥΡΑ ΤΗΣ...ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΠΕΤΑΓΕ ΜΑΚΡΙΑ ΤΟΥ ΤΟ ΞΕΡΕ ΒΑΘΙΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ.....''ΟΠΟΥ ΚΙ ΑΝ ΠΑΣ ΘΑ ΜΑΓΑΠΑΣ'' Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΑΡΙΟΥ ΤΗΝ ΦΥΛΑΚΙΖΕ....
ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΚΛΑΨΕΙ....ΝΑ ΜΕΤΡΗΣΕΙ ΔΑΚΡΥΑ ΠΟΤΑΜΙΑ....ΜΗΠΩΣ ΕΤΣΙ ΛΥΤΡΩΝΟΤΑΝ....
ΕΒΓΑΛΕ ΓΡΗΓΟΡΑ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ  ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΣΑΝΤΑ ΚΑΙ ΜΠΗΚΕ ΣΤΗΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ...ΑΝΤΕΞΕ. ΔΕ ΓΥΡΙΣΕ ΝΑ ΤΟΝ ΔΕΙ....ΜΑ ΑΥΤΟΣ ΕΚΕΙ...ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΜΠΕΙ ΜΕΣΑ...ΑΓΑΠΗ ΑΠΟ ΚΕΙΝΕΣ ΠΟΥ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΟΥ ΧΤΥΠΑΝΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ....
ΑΝΕΒΗΚΕ ΔΥΟ ΔΥΟ ΤΑ ΣΚΑΛΙΑ ΚΑΙ ΜΠΗΚΕ ΣΤΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ....ΕΚΛΕΙΣΕ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΚΙ ΑΚΟΥΜΠΗΣΕ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΤΗΣ ΠΑΝΩ....ΕΤΡΕΜΕ....ΣΠΑΡΤΑΡΑΓΕ ΟΠΩΣ ΟΤΑΝ ΧΑΝΟΤΑΝ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ...ΠΟΣΟ ΠΟΛΥ ΤΟΝ ΗΘΕΛΕ!!!ΝΑ ΜΕΝΕΙ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ..
ΕΚΕΙ ΣΤΗΝ ΡΑΧΗ ΤΗΣ ΠΟΡΤΑΣ  ΑΦΟΥΓΚΡΑΣΤΗΚΕ.....ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΓΑ ΚΑΙ ΣΤΑΘΕΡΑ....ΔΕΙΓΜΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΟΥ ΞΕΡΕΙ ΤΙ ΘΕΛΕΙ ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΤΟ ΚΕΡΔΙΣΕΙ....''ΟΤΑΝ ΑΓΑΠΑΣ ΥΠΟΜΕΝΕΙΣ...ΕΠΙΜΕΝΕΙΣ..ΤΑ ΠΑΙΖΕΙΣ ΟΛΑ ...ΓΙΑΤΙ ΞΕΡΕΙΣ ΟΤΙ ΑΥΤΟ ΘΕΣ....ΚΙ ΑΝ ΧΑΣΕΙΣ ΧΑΘΗΚΕΣ...'' ΤΗΣ ΤΟ ΧΕ ΠΕΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΗ..ΟΤΑΝ ΣΥΝΝΕΦΑ ΕΙΧΑΝ ΦΑΝΕΙ ΓΕΜΑΤΑ ΒΡΟΧΗ.....
ΠΛΗΣΙΑΖΕ.....ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΤΟ ΚΟΡΜΙ ΤΗΣ....ΡΑΓΙΣΕ....ΕΣΠΑΣΕ...ΟΤΑΝ ΕΝΙΩΣΕ  ΤΙΣ ΑΚΡΕΣ ΤΩΝ ΔΑΧΤΥΛΩΝ ΤΟΥ ΝΑ ΑΚΟΥΜΠΑΝΕ ΑΠΑΛΑ ΟΠΩΣ ΜΟΝΟ ΕΚΕΙΝΟΣ ΗΞΕΡΕ..ΠΕΡΑΣΕ  ΑΡΓΑ ΑΡΓΑ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΣΤΗ ΜΕΣΗ ΤΗΣ...ΤΗΝ ΕΣΦΙΞΕ ΑΠΑΛΑ.....ΕΚΕΙΝΗ ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΔΙΑΦΥΓΗ....ΚΑΙ ΠΩΣ ΝΑ ΦΥΓΕΙΣ ΑΠΟ ΟΤΙ ΠΟΘΕΙΣ ΚΑΙ ΘΕΣ....ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ ΤΟ ΑΡΝΗΘΕΙΣ ΕΚΕΙΝΟ ΘΑ ΡΧΕΤΑΙ ΚΑΠΟΙΕΣ ΝΥΧΤΕΣ ΝΑ ΣΟΥ ΘΥΜΙΖΕΙ ΤΟ ΠΑΘΟΣ....ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ....ΕΤΡΕΜΕ ΟΛΟΚΛΗΡΗ....Η ΜΕΣ ΤΗΣ ΑΦΕΘΗΚΕ ΝΑ ΤΗΝ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΓΙΑ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ ΤΙΣ ΠΥΛΕΣ.....
'' ΣΕ ΘΕΛΩ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΜΑΣ ΦΟΡΑ....ΣΕ ΘΕΛΩ ΟΠΩΣ ΣΕ ΗΘΕΛΑ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ...ΣΕ ΘΕΛΩ ΤΟΣΟ ΔΥΝΑΤΑ ΟΠΩΣ ΔΕ ΣΕ ΗΘΕΛΑ ΠΟΤΕ ΑΛΛΟΤΕ....''
ΕΚΕΙΝΗ ΔΑΚΡΥΣΕ...'' ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ...ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ....''ΨΕΛΙΣΕ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΤΟΥ ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΤΗΣ...



Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ....

ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΕΛΟΣ....
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΠΟΛΛΑ...
ΒΑΣΙΚΟ ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΟΤΙ ΜΕ 40 % ΑΠΟΧΗ ΚΑΙ 30 % ΝΑ ΕΠΙΜΕΝΟΥΝ ΣΕ ΝΔ-ΠΑΣΟΚ Η ΧΩΡΑ ΦΑΝΤΑΖΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΒΡΙΣΚΕΙ ΦΩΣ ΣΤΟ ΤΟΥΝΕΛ...ΛΥΠΑΜΑΙ ΜΑ ΟΣΟ  ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΤΩΝ ΝΕΩΝ ΖΕΙ ΣΤΟ ΚΟΣΜΟ ΤΗΣ  ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑΣ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΣΠΑΜΕ ΡΕΚΟΡ ΑΝΕΡΓΙΑΣ  ΣΤΙΣ ΝΕΕΣ ΗΛΙΚΙΕΣ ΚΑΙ ΣΕ ΑΘΛΙΟΥΣ ΜΙΣΘΟΥΣ ΚΑΙ ΠΟΥ ΟΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΙ ΔΙΝΟΥΝ ΜΕΓΑΛΗ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗ ΣΤΗ ΔΕΞΙΑ ΠΟΥ ΑΠΕΙΛΕΙ ΝΑ ΜΕΙΩΣΕΙ ΚΙ ΑΛΛΟ ΤΙΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ.....Ε ΤΟΤΕ...ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ ΜΑΣ...
ΣΑΣ ΑΞΙΖΕΙ Ο ΣΑΜΑΡΑΣ Κ Ο ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΠΟΥ ΧΑΝΟΥΝ ΠΑΝΩ ΑΠΟ 1/4 ΔΥΝΑΜΗΣ ΚΑΙ ΒΓΑΙΝΟΥΝ ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΟΙ!!! ΠΟΥ ΔΕ ΒΛΕΠΟΥΝ ΠΩΣ ΤΙΜΩΡΗΘΗΚΕ Η ΔΗΜΑΡ ΠΟΥ ΣΥΝΤΑΧΘΗΚΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ ΥΠΕΡ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ...( ΤΟ ΣΟΚ ΤΟΥ ΨΑΡΙΑΝΟΥ ΧΤΕΣ ΜΑΣ ΕΚΑΝΕ ΝΑ ΓΕΛΑΣΟΥΜΕ...ΝΑΙ ΡΕ ΓΡΗΓΟΡΗ 1.3 % Κ ΠΟΛΥ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ)
ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΚΕΡΑΣΑΚΙ ΟΤΙ ΠΑΓΙΩΝΕΤΑΙ Η ΣΤΗΡΙΞΗ ΣΤΟΥΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΕΣ ΝΑΖΙ....ΚΑΙ ΚΑΛΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΑΡΚΕΤΟΙ ΔΕ ΞΕΡΑΤΕ...ΚΑΠΟΙΟΙ ΕΙΣΤΕ ΜΕΙΩΜΕΝΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΔΕ ΚΑΤΑΝΟΕΙΤΕ..ΜΑ ΕΝΑ ΠΟΣΟΣΤΟ ΠΟΥ ΕΠΙΜΕΝΕΤΕ ΕΚΕΙ...ΝΑ ΞΕΡΕΤΕ ΟΤΙ ΠΛΕΟΝ ΕΙΣΤΕ ........
ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΑ ΟΤΑΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΟΣΟΙ ΝΑ ΨΗΦΙΣΟΥΝ ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΙΟΥ...ΠΟΥ ΚΑΛΟΥΣΕ ΕΛΑΤΕ ΕΔΩ ΝΑ ΒΓΑΛΟΥΜΕ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ...ΚΑΙ ΨΕΛΙΖΕ ΨΙΘΥΡΟΥΣ  ΑΣΥΝΑΡΤΗΣΙΑΣ....ΚΑΙ ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΜΑΣ ΕΙΠΕ ΠΩΣ ΗΤΑΝ ΘΡΙΑΜΒΟΣ....ΡΕ ΣΑΚΙΔΙΑΣΜΕΝΕ ΜΕ ΤΟΣΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟ ΧΡΟΝΟ ΟΠΟΙΟΣΔΗΠΟΤΕ ΑΛΛΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΘΑ ΧΤΥΠΑΓΕ 2ΨΗΦΙΟ!!!
 ΤΩΡΑ ΓΙΑ ΤΑ ΑΜΕΤΡΗΤΑ ΜΙΚΡΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΠΟΥ ΨΑΡΕΨΑΝ  ΚΟΣΜΟ ..ΔΝ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΟΥΤΕ Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ...ΕΙΔΙΚΑ ΣΕ ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΕΣ..

ΠΑΜΕ ΚΑΙ ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΤΩΡΑ....ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ....ΔΕ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΟΜΩΣ ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ...ΜΑ ΔΟΥΛΕΙΑ ΓΙΑΤΙ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΑΝ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΤΟ 30% ΓΙΑ ΜΕΝΑ..ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΔΕ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΠΟΤΕ ΟΣΟ  ΠΕΦΤΟΥΜΕ ΜΟΝΟΙ ΜΑΣ ΣΕ ΝΑΡΚΕΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΚΑΙ ΣΗΜΑΙΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΤΙΣ ΑΠΟΦΕΥΓΟΥΜΕ...ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ!!! ΝΑΙ ΜΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΟΝΤΡΑ ΣΤΟΥΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΕΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ...ΜΕ ΡΙΣΟΣΠΑΤΙΚΕΣ ΛΥΣΕΙΣ, ΜΕ ΘΑΡΡΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΟΣ....ΤΑ ΕΧΟΥΜΕ ΟΛΑ...ΟΧΙ ΠΙΑ ΦΟΒΟΣ....ΕΔΩ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΦΤΑΣΕΙ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ  ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΑΛΛΟ...ΠΑΜΕ ΓΙΑ ΤΟ ΟΛΑ Η ΤΙΠΟΤΑ!!!

ΚΑΙ ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ ΔΕ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΜΕ ΛΑΝΘΑΣΜΕΝΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΣΕ ΔΗΜΟΥΣ...ΜΕ ΑΝΟΧΗ ΣΕ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΟΥ ΣΤΕΛΕΧΩΣΑΝ ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΕΣ ΠΑΡΑΤΑΞΕΙΣ...ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΠΟΛΛΑ...ΚΟΝΤΙΝΑ ΜΑΣ ΜΑ ΚΑΙ ''ΑΚΟΥΣΜΑΤΑ'' ΑΠΟΑΛΛΟΥΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ...Ο ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑΜΕ ΔΕ  ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΨΕΥΔΕΠΙΓΡΑΦΑ 'ΑΡΙΣΤΕΡΑ' ΕΡΓΟΔΟΤΙΚΑ ΚΟΣΤΟΥΜΙΑ, ΠΡΩΗΝ ΠΑΣΟΚΟΜΠΙΝΑΔΟΡΟΥΣ, ΣΥΝΩΜΟΣΙΕΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΜΗ, ΑΝΗΘΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΞΕΠΑΤΙΚΩΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΠΡΑΣΙΝΑ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ Κ.Α
ΕΜΕΙΣ ΔΕ ΝΤΡΕΠΟΜΑΣΤΕ ΝΑ ΣΤΑΘΟΥΜΕ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΥΣ ΚΟΜΠΛΕΞΙΚΟΥΣ ΚΚΕΔΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΟΥΝ ΔΗΜΟΥΣ ΤΗΝ ΩΡΑ ΠΟΥ ΑΥΤΟΙ ΣΤΕΚΟΝΤΑΙ ΜΟΝΑΧΟΙ ΤΟΥΣ ΣΑ ΛΕΠΡΟΙ ΠΟΥ ΔΕ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΞΕΡΟΥΝ ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΤΗ ΛΕΞΗ ΙΑΣΗ....
Η ΚΑΡΔΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΚΑΙ ΔΕ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΚΑΜΙΑ ΜΑ ΚΑΜΙΑ ΣΚΕΨΗ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΓΟΥΜΕ ΤΥΧΟΝ ΥΠΟΠΤΕΣ ''ΕΠΙΛΟΓΕΣ'' ΜΕ ΔΗΘΕΝ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΥΣ....ΑΝ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΤΙ ΑΞΙΟ ΝΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΤΗ ΨΗΦΟ ΜΑΣ ΣΕ ΔΗΜΟΥΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΣ ΤΟΤΕ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΑΝΤΑ ΤΟ ΑΚΥΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΛΕΥΚΟ......

ΚΟΙΤΑΜΕ ΜΠΡΟΣΤΑ....ΜΕ ΚΑΘΑΡΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ ΘΑ ΞΥΠΝΗΣΕΙ Ο ΣΩΦΡΩΝ ΠΟΛΙΤΗΣ, ΔΕ ΘΑ ΦΟΒΗΘΕΙ ΚΑΙ ΘΑ ΣΤΑΘΕΙ ΑΡΩΓΟΣ ΜΑΣ....ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΑΣ ΚΡΙΝΕΤΕ ΕΣΕΙΣ ΟΙ ''ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟΙ'' ΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΞΙΕΣ ΜΑΣ ΓΙΑΤΙ ΩΣ ΤΩΡΑ ΤΑ ΔΕΙΝΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ  ΤΑ ΧΕΤΕ ΠΡΟΚΑΛΕΣΕΙ ΕΣΕΙΣ..

ΕΙΣ ΤΟ ΕΠΑΝΙΔΕΙΝ....(ΜΑΚΑΡΙ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ 2014 ΝΑ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙ ΝΑ ΞΕΣΚΟΝΙΣΤΟΥΝ ΟΙ ΚΑΛΠΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΑΛΛΑΞΟΥΝ ΤΗ ΠΟΡΕΙΑ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ.)


'