Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

ΜΕΛΙΝΑ





Πριν λίγες μέρες γνώρισα ένα μικρό άγγελο. Ναι άγγελο. Μπορεί να μην πιστεύω στους ουρανούς και στους θεούς. Όμως αλήθεια σας λέω, τον είδα με τα ματιά μου.

     Μπήκα σε ένα πολύχρωμο δωμάτιο , γεμάτο κουκλάκια , ζωγραφιές και φωτογραφίες. Το διερευνητικό βλέμμα του μικρού αγγέλου που στεκόταν εκεί μπροστά με ξάφνιασε. Έψαχνε κάτι στον άγνωστο επισκέπτη που εισχώρησε στο χώρο της. Ίσως να έλπιζε πως στη τσάντα που κρατούσα υπήρχε κάποιο πολύτιμο δώρο. Με μικρά ασταθή βήματα, μιας και δυσκολευόταν να σέρνει μαζί και τη συρόμενη βάση με τον ορό που έσταζε φάρμακο, κατευθύνθηκε στο κρεβάτι της. Έμοιαζε να θέλει να ρωτήσει κάτι, φαινόταν καθαρά παρόλο που η μάσκα της έκρυβε το μισό πρόσωπό της. Τα ματάκια της συνέχιζαν να εξερευνούν. Δε μίλαγε, εξάλλου πόσες λέξεις να έλεγε ένας άγγελος 2.5 ετών ?

Με τη βοήθεια της μαμάς της ανέβηκε στο κρεβάτι, σταύρωσε τα ποδαράκια της και περίμενε. Έβγαλε τη μάσκα και το ταβάνι γέμισε αστέρια λαμπερά. Προσωπάκι γεμάτο λάμψη, τι κι αν είχε θαμπό χρώμα το δέρμα της. Δεν έχω δει πιο όμορφο αγγελούδι! Ε και τι έγινε που δεν είχε μαλλάκια! Τους αγγέλους τους ξεχωρίζεις από την καρδιά, όχι από την εμφάνιση!

Σαν έπιασε με τα μικρά της δάχτυλα μακρόστενο κουτί με το ασημένιο περιτύλιγμα και το φιόγκο, μια αστραπή φώτισε τα ματάκια της. Ελπίδα! ‘’Δε μπορεί , ίσως ο άγνωστος να έφερε κάτι όμορφο, κάτι να μη πονάω’’ θα σκέφτηκε η μικρή . Όλα τα παιδιά ανοίγουν  ανυπόμονα τα δώρα τους και τούτο το όμορφο πλασματάκι δε θα ήταν η εξαίρεση. Όταν είδε τη μεγάλη σοκολάτα ένιωσα πως είχα κάνει το πιο ακριβό δώρο του κόσμου!! Ήθελα να πάω να αρπάξω τον μικρό άγγελο, να του χαρίσω τη πιο δυνατή και ζεστή αγκαλιά μου. Μα δεν επιτρέπεται. Τα μικρόβια επικίνδυνα για τα ‘’φτερά’’ της και τι θα γινόταν ένας άγγελος χωρίς φτερά?

Λαχτάρα, ναι, αυτή η παιδική λαχτάρα για σοκολάτα. Την πιπίλαγε, τη δάγκωνε, την κοίταζε ,έκοβε νέα κομμάτια, αχόρταγα! Ξέρω πως θα ήθελε να της είχα δωρίσει ένα γιατρικό, ένα φάρμακο να μην πονά ,να γίνει καλά και να γυρίσει στο σπίτι της να παίξει με τα αδέρφια της. Μακάρι να μπορούσα, ίσως η σοκολάτα να είχε μια μαγική επίδραση, ένα φάρμακο λίγων λεπτών, που σε ταξιδεύει μακριά από νοσοκομεία, ορούς εξετάσεις , να σου παίρνει τον πόνο.

Όσο έτρωγε μαλάκωνε το βλέμμα της, θαρρείς και αποδέχτηκε τον ξένο που της χάρισε το γλυκό διάλειμμα. Πάσχιζα να την αποσπάσω την προσοχή με γκριμάτσες, όμως είτε η σοκολάτα ήταν άξιο φάρμακο είτε ο συνεσταλμένος άγγελος δεν αφηνόταν σε χαμόγελα. Λες και γνώριζε την κρισιμότητα της κατάστασής της. Έστρεψε το κεφάλι της στο τοίχο με τις φωτογραφίες. Τότε την πρόσεξα, σίγουρα ήθελε να την δω. Μια από αυτές απεικόνιζε , σε μια αυλή με γκαζόν ένα χαμογελαστό πανέμορφο κοριτσάκι με γαλάζιο φορεματάκι μέχρι το γόνατο. Δέσποζαν τα καστανά , μακριά μαλλιά της. Ήταν ο ίδιος άγγελος. Η μικρή με τον τρόπο της μου έδειχνε πόσο όμορφη ήταν τότε, εκεί στο σπίτι της, πριν αρχίσει ο γολγοθάς. Όμως εγώ έβλεπα εκεί μπροστά μου, το πιο όμορφο αγγελούδι, τα μάτια της κυριαρχούσαν , σε κυρίευαν. Σε  κάρφωναν βαθιά. Αναζητούσαν απαντήσεις. Μα τι να πεις .Πως να εξηγήσεις σε ένα πλάσμα 2.5 ετών?

Έχοντας φάει μπόλικες πλάκες σοκολάτας  και χαρίζοντας ένα μισό χαμόγελο πιθανώς ευγνωμοσύνης, ξάπλωσε απαλά στην πράσινη κουβέρτα της. Ακούμπησε με προσοχή το χεράκι της που είχε τον ορό στο πλάι. Καταλάβαινε απόλυτα ότι δεν έπρεπε να πάψει η ροή! Ναι σε αυτή την ηλικία έμοιαζε να έχει πλήρη επίγνωση της ανηφόρας που τραβάει.
Αποκοιμήθηκε σε   δευτερόλεπτα, λογικό αφού ο οργανισμός της έχει φτάσει σε οριακά επίπεδα. Χρειάζεται ξεκούραση, μικρές στάσεις για να συνεχίσει να μάχεται. Πιστέψτε με δεν έχω ξαναδεί πιο όμορφη εικόνα. Ο μικρός άγγελος να κοιμάται ήσυχα, γαλήνια , σαν να ταξίδευε σε μια μακρινή παιχνιδούπολη.

Ήθελα να κλάψω αλλά δε το έκανα. Να δακρύσω γιατί ήταν από τις λίγες φορές που ζήλεψα τόσο ένα παιδί. Πόθησα να είχα κι εγώ ένα δικό μου άγγελο. Δε μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Μια όαση , ένα εξωπραγματικό σκηνικό. Δε μπορούσα να δεχτώ αυτή την άδικη χρωματιστή ‘’φυλακή’’  για το μικρό άγγελο! Τα γιατί ξεπηδούσαν από παντού.

Λίγα μόλις λεπτά, η μικρή ξύπνησε. Σήκωσε με αφέλεια το αριστερό χέρι της κι έτριψε το μουτράκι της για να ‘’προσγειωθεί ΄΄ στον πλανήτη του πόνου. Ανασηκώθηκε . Το βλέμμα της περιφέρθηκε στο δωμάτιο, προσπέρασε από μένα λες και ήμουν αόρατος. Έμεινε να κοιτά τη μητέρα της. Ένα δάκρυ αργά, βασανιστικά πρόβαλε από τα πιο υπέροχα μάτια τούτου του κόσμου. Ένα δάκρυ ποταμός που έπνιξε τη ψυχή μου. Αν υπάρχει θεός ήθελα να ήξερα αν θα άντεχε να βλέπει αυτό το δάκρυ.

Το σώμα του αγγέλου βίωνε τον πόνο, έναν άδικο μα τόσο άσχημο πόνο! Ότι λέξη κι αν εκστόμισα η μικρή δε μπορούσε να την κατανοήσει. Εξάλλου πώς να αιτιολογήσεις ,πώς να την κάνεις να καταλάβει μια αρρώστια που την ‘’ματώνει’’ βαθιά. Ήθελε τη μοναξιά της. Να κλάψει δίχως θεατές, να παλέψει τον πόνο που δε καταλάβαινε, που δε μπορούσε να ομολογήσει. Ακολούθησα τη σιωπηλή ικεσία της, σηκώθηκα να της αφήσω ελεύθερο το χώρο της. Όταν η μαμά της είπε πως θα ξαναερχόμουν σύντομα με άλλη μεγάλη σοκολάτα και πως τώρα έπρεπε να χαιρετήσει τον άγνωστο που μπήκε στον  ‘’πλανήτη ‘’ της, η μικρή γύρισε  προς το μέρος μου .ύψωσε το ταλαιπωρημένο χεράκι της με τον ορό, έγνεψε τόσο γλυκά, λέγοντας το πιο εύηχο ‘’γεια΄΄ που μου έχουν πει!  Ανταπέδωσα το χαιρετισμό κι απομακρύνθηκα με όση δύναμη μου είχε μείνει. Τόσα ανάμικτα συναισθήματα πετούσαν τριγύρω. Μα περισσότερο είχα στο νου μου , αυτό το βλέμμα. Ναι υπάρχουν άγγελοι, πλέον το πιστεύω!

**Αυτές τις ώρες ο μικρός άγγελος δίνει έναν άνισο αγώνα με αξιοπρέπεια που θα τη ζηλεύαμε όλοι! Η μικρή μαχήτρια της ζωής, παλεύει να νικήσει. Με τα ‘’φτερά ‘’ της να σκίζουν τον αέρα πασχίζει να κρατηθεί  κόντρα σε έναν τυφώνα. Τι κι αν είναι ακίνητη, αυτή ‘’πολεμάει’’ με κάθε κύτταρο της!

Χρειάζεται τη βοήθεια μας…..Ο καθένας από το μετερίζι και τα πιστεύω του.
Είτε με προσευχή είτε με ένα σφίξιμο της γροθιάς και ένα καθαρό βλέμμα προς τον ουρανό είτε με τη θετική σκέψη μας…

Μικρή Μελίνα θα κερδίσεις και σύντομα θα σου φέρουμε πολλές σοκολάτες! Όχι με αμύγδαλα, από εκείνες τις γλυκές  που σου αρέσουν.

Τρίτη 2 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ ''BELLA''






Μια καλοκαιρινή μέρα, με τον ήλιο να λάμπει, μα ένα αεράκι να δροσίζει την ατμόσφαιρα.
Εκείνη τη μέρα διάλεξε να επιστρέψει. Ίσως τελικά η μέρα η ίδια να διάλεξε να τη στείλει πίσω.
Η εξορία στο νησί της, μόλις είχε λήξει. Το πλοίο ''Bella'' τραβούσε σταθερά προς το μεγάλο λιμάνι. Επιστροφή στη στεριά και στη ζωή !

Ο κόσμος λίγος, οι περισσότεροι τέτοια εποχή είχαν την αντίθετη κατεύθυνση. Ακόμα και τώρα εκείνη πήγαινε κόντρα στο ρεύμα. Ανέβηκε στο κατάστρωμα, ήθελε να ατενίζει το νέο ορίζοντα. Δεν είχε πια τα γυαλιά ηλίου, τα πέταξε σαν σάλπαρε το καράβι. Να τα βλέπει όλα χωρίς φίλτρο, να ξεχωρίζει τα αληθινά!

Στάθηκε στην άκρη της κουπαστής, λευκό ντυμένο στο μαύρο. Πάντα απλή, << Η ουσία είναι μέσα μας>> ήταν ένα  από τα '''μότο'' της.

Θα έμενε εκεί μέχρι να δέσει η άγκυρα, πίσω δε θα κοίταζε, μόνο μπροστά είχε πια.
Μια μελαγχολία κρυβόταν στα μισόκλειστα βλέφαρά της. Μελαγχολία όχι για όσα άφηνε, μα για όσα έχασε τόσο καιρό. Οι αφέλειες της χάιδευαν απαλά το πρόσωπό της. Το αεράκι συνεχώς δυνάμωνε , ανακάτευε τα μαύρα της μαλλιά. Μαζί όμως φούντωνε και τη φλόγα μέσα της. Η φλόγα για τον έρωτα!

Παρατηρούσε τον ουρανό να κατηφορίζει και να σμίγει με τη θάλασσα. Αποχρώσεις του μπλε. Πόσο λάτρευε το μπλε. Είτε το βαθύ είτε το γαλάζιο, κάθε τι μπλε. Ήταν ήρεμη, αποφασισμένη. Πλέον δε θα έχανε καμιά στιγμή να φύγει από τα χέρια της.

Μέσα της ηχούσαν μελωδίες, νότες πετάγονταν από τα μάτια της και χάνονταν στα μικρά λευκά κύματα. Μπροστά ήταν το ταξίδι, μπροστά κι ο προορισμός.  Το πιο όμορφο τραγούδι δεν είχε γραφτεί ακόμα για εκείνην. Μα ήδη η σύνθεσή του είχε ξεκινήσει.

Μια μακριά μαύρη τούφα από τα μαλλιά της, άγγιξε απαλά τα χείλη . Χαμογέλασε. Το αγέρι συνέχιζε τα παιχνιδίσματα με την τούφα. Το ένιωσε . Θαρρείς και ήταν  φιλιά. Τα χείλη της έτοιμα να αφεθούν. Σαν γοργόνα έστεκε  , περιμένοντας έναν πειρατή, να παρασυρθούν μακριά σε νερά αταξίδευτα, με το πλοίο του έρωτα.

Σάββατο 30 Απριλίου 2016

ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΤΗ ΜΟΙΡΑ ΣΟΥ?


       Άνοιξη 2002,


       Απρίλης

    Ο αττικός ουρανός καθαρός , γλυκιά νύχτα με μια παράξενη υγρασία. Το κορίτσι κι εγώ βόλτα στην πόλη. Να περπατήσουμε στο κέντρο, Ερμού , Μοναστηράκι με κατάληξη στου Ψυρρή.
Ανέμελα χρόνια βλέπεις! Έρωτας, φοιτητική ζωή και πολλά χαμόγελα!

    Χέρι με χέρι , βλέμματα γεμάτα πόθο και κουβέντα για τα σχέδια του καλοκαιριού. Κι άξαφνα σαν στρίψαμε σε ένα μικρό στενό , πετάχτηκε μια από εκείνες τις αθίγγανες , που αποτελούν κάτι σαν τοτέμ για την περιοχή. Δε κράταγε λουλούδια, όπως οι περισσότερες  συνηθίζουν και τα σπρώχνουν με αποφασιστικότητα σε όποιον συνοδεύει θηλυκό!

   Ήρθε ευθεία πάνω μου.  <<Να σου πω τη μοίρα σου>>. είπε με ύφος στρατηγού που διατάσσει φαντάρο.
Χαμογέλασα , με ένα νεύμα του κεφαλιού της αρνήθηκα. Την ίδια ώρα ένιωσα τα δάχτυλα της κοπελιάς μου να σφίγγουν τα δικά μου. Προφανώς τρόμαξε από την ιδιαίτερη τσιγγάνα με τα τεράστια μαύρα μάτια!

Προσπάθησα με ήρεμο βήμα να παρακάμψουμε την τσιγγάνα, μα εκείνη έφραξε ταχύτητα πάλι το διάβα μας. Δίχως ντροπή και πολλή σκέψη , άρπαξε το δεξί μου χέρι . Πιτσιρικάς εγώ, δεν ήξερα ότι θα με αιφνιδιάσει τόσο επαγγελματικά. Τα ροζιασμένα της δάχτυλα άρχιζαν να επεξεργάζονται την παλάμη μου, μόνο μια ματιά έριξε προς τα εκεί, τόσο χρειάστηκε.
<< Ασήμωσε με , να στα πω όλα>>

<< Μα δε θέλω, δε τα πιστεύω αυτά, συγνώμη κιόλας αλλά ατύχησες, βρες κανένα άλλο>>.
απάντησα και τράβηξα με βία το χέρι μου. Η κοπελιά πλάι να τρέμει σαν ψάρι, θαρρείς και αισθανόταν πως κάτι άσχημο θα γίνει ή θα ακουστεί γύρισε και με παρακάλεσε να φύγουμε γρήγορα.

Η τσιγγάνα δεν έχασε καιρό, ξανά μπήκε μπροστά μου. << Θα μάθεις σημαντικά πράγματα για σένα και για τη μαυρομαλλούσα??

Γέλασα και με μια απαλή κίνηση την παραμέρισα και προχωρήσαμε μπροστά.

<< Κάνε το άλλο τότε γαλανομάτη?? Ασήμωσε με για να μη σου πω τίποτα. Μπορεί να μη θες να ακούσεις τα κακά που διάβασα στο χέρι σου>>

Ταράχτηκα, πρώτη φορά άκουσα να λέει τσιγγάνα κάτι τέτοιο. Επιτάχυνα , σχεδόν τραβώντας και σέρνοντας την κοπελιά μου.  Όμως η αντίπαλος μου δε το έβαζε κάτω, με δυο δρασκελιές μας έφτασε . Άρπαξε το μπράτσο μου. Σταμάτησα. Γύρισα απότομα , την αγριοκοίταξα.
<< Παράτα με, δε θέλω σου είπα!>>

Φάνηκε πως πείστηκε, χαλάρωσε λίγο τη λαβή της, χαμογέλασε, έστρεψε το βλέμμα της στην κοπελιά και της έκλεισε πονηρά το μάτι.
<< Γαλανομάτη μέρα γιορτινή γεννήθηκες! Πλησιάζουν γενέθλια σου σε λίγες μέρες. Μόνο ένα θα σου πω και θα φύγω>>.

Γούρλωσα τα μάτια, η πονηρή τσιγγάνα είχε χτυπήσει διάνα! Σχεδόν σταμάτησα την ανάσα μου. Ήθελα να ακούσω τι θα έλεγε. Όλες οι αισθήσεις μου εστίασαν πάνω της.

<<  Να προσέχεις  όταν η μέρα που γεννήθηκες θα είναι διπλή γιορτή! Γιορτή γεμάτη χαρά και γλέντια για όλους. Μια τέτοια μέρα θα αλλάξεις μονοπάτι, θα φύγεις, θα χαθείς!>>

Μέχρι να καταλάβω τι εννοούσε, είχε χαθεί μέσα στο πλήθος που περνούσε γύρω μας.

Η κοπελιά μου γύρισε με αγκάλιασε << Μη της δίνεις σημασία ,χαζομάρες λένε , να τρομάξουν όποιον δε τους δίνει τίποτα>>

Μπορεί να είχε δίκιο, περίεργη φάρα κιόλας, γεμάτη από πονηράδα μα και με αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά και ικανότητα να επιβιώνουν αιώνες τώρα!

Συνεχίσαμε  αμίλητοι τον περίπατο μας. Μια ψύχρα είχε εμφανιστεί ή ήταν ιδέα μου? Ασυναίσθητα αγκάλιασα την κοπελιά, να την προστατέψω από την αναπάντεχη δροσιά.

Μέσα μου είχε μπει το σαράκι. Η γύφτισα το είχε πετύχει! Αναρωτήθηκα τι μπορεί να σήμαιναν όλα αυτά που εκστόμισε.

Άνοιξη, 2005

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ

Σήμερα το πρωί θυμήθηκα τα λόγια της γύφτισας! Ξύπνησα με την εικόνα της, λες και με άγγιζε πάλι τούτη τη στιγμή. Φοβήθηκα!! Άκουσα φασαρία έξω. Το γλέντι είχε αρχίσει, ψήνανε το αρνί .

ΠΑΣΧΑ.. Πρώτη φορά τούτη η διπλή γιορτή με έκανε να σαστίσω! Σηκώθηκα με επιφυλακτικότητα. Είμαι από τους ανθρώπους που δε γοητεύονται από τα γενέθλια τους! Σήμερα υπήρχε ακόμα ένας σοβαρός λόγος να μη τα θέλω!


Άνοιξη . 2016

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ , ΠΑΣΧΑ

...............................?




Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016

Να αρνείσαι την αλήθεια είναι εύκολο , το δύσκολο είναι να ζεις με το ψέμα




Να ψάχνεις απαντήσεις σε ερωτήματα τόσο απλά και να χτυπάς σε τοίχο με εκατό χλμ.

Τι κάνεις λάθος? πολλά και τίποτα

Άραγε γιατί να την κάνουμε τόσο δύσκολη την πουτάνα τη ζωή?

Πόσες λέξεις χρειάζεσαι για να κρύψεις το πόθο από τα μάτια σου?

Καλά εμένα με έχεις στήσει για εκτέλεση, τον εαυτό σου τον σκέφτηκες?

Να αρνείσαι την αλήθεια είναι εύκολο , το δύσκολο είναι να ζεις με το ψέμα

Ως πότε? ως πότε θα βαριέσαι τη ζωή σου?

Ξέρεις υπάρχει χρόνος, έχεις ελπίδα αρκεί να σηκωθείς , να αφεθείς στο τώρα.

Αν δεν είναι έρωτας τι είναι?

Κοιτάω τον καθρέφτη , το είδωλο πιο καθαρό από ποτέ, διάφανο, βλέπω μέσα του...

Λάθος? ας κριθώ, θα πονέσω? αντέχω γιατί αξίζει...

Πόσες φορές σταμάτησα ένα βήμα πριν θυμώσω? πολλές....

Είναι η ματιά σου που με κρατάει ... η φωνή που ακόμα λέει το όνομά μου...

Ξέρεις κάθε νύχτα που περνά είναι μια χαμένη νύχτα....

Πως μπορείς? δεν είναι εύκολο... αναρωτιέσαι πως μπορώ εγώ ε? αν ήξερες , αν μπορούσες να δεις το είδωλο που είδα εγώ στον καθρέφτη θα ήσουν ήδη εδώ!

Δε με νοιάζει ακόμα κι αν παραμυθιάζομαι, κι αντίδοτο να με βαφτίσουν.

Ναι θυμάμαι το έχεις αρνηθεί.... τι να τα κάνω τα λόγια? το βλέμμα θέλω πίσω...

Γκάζι, όχι για να φύγω μακριά, να πετάξω ψηλά θέλω....να απογειωθώ

Δεν έχω όλες τις απαντήσεις σε ότι ρωτάς, δεν υπάρχει τρόπος να πω όσα θέλω .

Γιατί βασανίζεσαι?  Γιατί βασανίζομαι?

Κάποιος με ρώτησε αν θυμώνω? ακόμα? πότε?

Άντε να εξηγήσεις τώρα....

Ρώταγες πως το ήξερα και το πίστευα... Είναι που είχα δει το βλέμμα σου..

Μα αυτό που δε γνωρίζεις και δεν έμαθες ακόμα είναι τι έχει το δικό μου βλέμμα.

Τι φοβάσαι? κι εγώ φοβάμαι

Με φοβάσαι ε? άραγε όσο φοβάμαι εγώ εμένα ή εσένα?

Ναι μα ξέρεις πως ίσως και να με ποθείς πιο πολύ από όσο έχω ονειρευτεί!

Τι λες? ποτέ δε λες... νομίζεις πως εγώ τα λέω όλα?

Όχι ακόμα... θέλω να τα ακούς όταν είσαι ένα μαζί μου..

Ακούς? Ακούω πάλι να λες το όνομά μου

Βαθύ βλέμμα , ικεσίας πόθος , έρωτας , πάθος βγαλμένο από μελωδίες του ουρανού...

Μη φοβάσαι

Να αρνείσαι την αλήθεια είναι εύκολο , το δύσκολο είναι να ζεις με το ψέμα

Γεμίζω το ποτήρι... Στο νου μου φέρνω πάλι εσένα... Περίεργο, το αλκοόλ μυρίζει σα ξύλο βελανιδιάς.

Γυρνώ πλευρό. Αλήθεια είναι? 

Ξαπλωμένη πλάι εσύ. Όνειρο? Ψέμα?

Ότι κι αν είναι είναι πανέμορφο... Σκύβω και σου ψιθυρίζω στο αυτί όσα δε σου έχω πει ακόμα




Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΝΑ ΚΥΝΗΓΑΣ



Να μάθεις να κυνηγάς. Τα όνειρα και τους πόθους που καίνε μέσα σου!
Τα θέλω σου που ανασαίνουν γοργά.
Ότι σε κάνει να κοιτάς τον συννεφιασμένο ουρανό και να φαντάζεσαι τον ήλιο.

Να κυνηγάς ότι λαχταράς , φανερά δίχως να ντρέπεσαι
Με όσα όπλα έχεις στην φαρέτρα , με κάθε σου αίσθηση.
Άλλοτε να τρέχεις ξωπίσω από το στόχο σου κι άλλοτε να κρατάς την ανάσα σου
για να μπορέσεις να συλλέξεις όλη τη δύναμη που χρειάζεσαι για να φτάσεις στον προορισμό.

Μην φοβάσαι να εκτεθείς, να περάσεις μέσα από βροχές και χιόνια, να πεινάσεις, να ιδρώσεις.
Όταν ερωτεύεσαι , όταν αξίζει τόσα για σένα, να ματώσεις για  να ζήσεις.
Τις λέξεις που πηγάζουν από την καρδιά σου , άφησε τες να πετάξουν , να ακουστεί
ο πόθος σου σε όλη την οικουμένη.

Θα χρειαστεί να κάνεις υπομονή, μη σε τρομάζει , ποτέ δεν κερδήθηκε κάτι άξιο σε μια στιγμή.
Κοίτα τους δείκτες να γυρίζουν και φαντάσου τη χαρά όταν το όνειρο κρατάς αγκαλιά.
Να επιμένεις κι ας μοιάζει ανέφικτο, ας χάσεις τον ύπνο σου,ας σε κοιτούν παράξενα στο δρόμο
όταν σιγοτραγουδάς για τον έρωτα σου.

Ξέρεις που θες να πας, ψάξε, ρώτα ποιο μονοπάτι θα σε πάει εκεί.
Κι αν χαθείς στο δρόμο μη δακρύσεις. Τότε θα νιώσεις πόσο ποθείς, τότε που θα πρέπει
να σταθείς στα πόδια σου, να ατενήσεις τον ορίζοντα για να βρεις το δρόμο τον ορθό.

Όποιος ερωτεύεται αληθινά φτιάχνει λεωφόρους με το νου του και κινεί να αντικρίσει
τα μάτια που τον πλάνεψαν. Χτίζει γέφυρες σε φουσκωμένα ποτάμια, αλλά ακόμα κι αν
πέσει μέσα τον πόθο του κάνει ανάσες και θα βγει στην ακτή. Γεμάτος σημάδια από τα βράχια
πληγωμένος μα θα συνεχίσει γιατί ξέρει τι θέλει.

Να διεκδικείς το όνειρο , η καρδιά σου ξέρει, το μυαλό σου θα σου θυμίζει.
Κι αν σου λένε πως θα ξεθωριάσουν όλα στη ροή του χρόνου, εσύ χαμογέλα.
Να τους λες πως κάποτε κι ο ήλιος θα σβήσει, ως τη μέρα εκείνη θέλω να λούζομαι στο φως του.

Μην απογοητεύεσαι όσο το όνειρο μένει μακριά σου, να κυνηγάς εκείνα που θέλουν κόπο να τα αγγίξεις. Τον έρωτα που σε κάνει να ξυπνάς με χαμόγελο και να κοιμάσαι μόνο για να τον ονειρευτείς.

Να μάθεις να κυνηγάς γιατί η ζωή μικρή, μη τη γεμίσεις με ανούσια ''τίποτα'' και θολά μηδενικά.
Κυνήγα το όνειρο, τον έρωτα , το θέλω σου το μοναδικό, να το ζήσεις με όλο σου το είναι!!










Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

ΑΓΙΕ ΒΑΣΙΛΗ ΑΚΟΥΣ? ( Γράμμα διαδραστικό)


Καλημέρα Άγιε Βασίλη


*Ξέρεις εγώ ποτέ δε σε πίστεψα, από μικρός ήξερα πως είσαι ένα ψέμα
-Ναι ναι μη  κάνεις γκριμάτσες , μέχρι τα 6 μου με είχαν πείσει μα μετά μου χε βγει η άρνηση όλης της εορταστικής φάσης των ημερών.

*Η χρονιά που φεύγει ήταν ιδιαίτερη, άλλαξαν αρκετά τριγύρω, κυνηγώ τα όνειρα , χαμογελάω πιο συχνά.
-Τι γελάς ρε Μπίλυ, ναι καλά το ξέρω, άργησα μα ορίστε το κάνω έστω και με καθυστέρηση.

*Είχε και ζόρια το 2015, απογοητεύσεις, περίεργες καταστάσεις μα όλα μέσα στο πρόγραμμα.
-Άντε πάλι, σαρδόνια χαμόγελα. Ρε χοντρέ θα κάτσεις ήρεμα να με ακούσεις ή θα συνεχίσεις τα νάζια σου.

*Λοιπόν για Χριστούγεννα νομίζω η χαρά που πήρα ήταν λυτρωτική, δε ξέρω αν αξίζω ή αν βοήθησες κι εσύ, μα ομολογώ ότι τελικά αν δεν παλέψεις δε κερδίζεις τίποτα.
-Ώπα άσε τα ευσυγκίνητα τώρα, 130 κιλά ερυθρόλευκος δε σου πάνε δάκρυα και κόψτο γιατί θα με επηρεάσεις. Ναι ξέρω πως ζορίστηκα αρκετά μα το όνειρο βήμα βήμα το πλησιάζω.

*Είμαι σίγουρος πως το 2016 με τόσο ιδρώτα και καλοσύνη από όσους βοηθάνε σε αυτό το τομέα όλα θα πάνε καλά και θα πετύχουμε τον πρώτο μεγάλο στόχο.
-Πώς, και συ σίγουρος ε? Ναι αλλά κοίτα μη στραβώσει τίποτα την τελευταία στιγμή κι έχουμε δράματα, στο λέω από τώρα, του χρόνου ούτε μελομακάρονο αγοραστό δε θα χει.

*Ξέρεις όμως Άγιε έχουμε και κάτι διαφορετικό φέτος. Ένα αίτημα για την Πρωτοχρονιά ολίγον δύσκολο.
-Κάτσε ρε Santa τι σηκώνεις φρύδι ακόμα δεν είπα τι θέλω. Μη μου πεις ότι ξέρεις!! Τόσο πολύ φαίνεται ε?

*Μάλιστα, ε ναι τι να κάνουμε , εκεί που είχα πει Άγιε ότι θέλω ηρεμία, έρχεται πάλι στον ορίζοντα εκείνο το πλασματάκι , σημαδεύει και με βρίσκει εδώ.
-Έλα έλα κόψε το δούλεμα μέρες χρονιάρες , γιατί θα πάρω πίσω τους κουραμπιέδες και τις δίπλες.

* Και σε βεβαιώνω πως εγώ όταν ποθώ κάτι τόσο , θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου, αλλά δε νομίζεις πως χρωστάς κι εσύ λίγη βοήθεια?
Γιατί ρε χοντρέ κουνάς αρνητικά την κεφάλα σου, ποτέ δε σου χα ζητήσει κάτι , και τώρα που είπα να πρωτοτυπήσω μας το παίζεις αντίδραση?

* Άκου για να με κατανοήσεις και να συμπονέσεις λίγο, είναι περίπτωση σύνθετη . αξίζει όμως από δω ως την Καισαρεία και εγώ νομίζω πως .................
- Τι έγινε και μουτζώνεις τώρα Μπίλυ? Ναι πες με και μαζόχα, αλλά να σέβεσαι παρακαλώ τα θέλω μου ε...άντε γιατί ανοίγω παράθυρο και την πετάω την γαλοπούλα.

*Υπόσχομαι να είμαι καλός και να αγωνιστώ μονάχος μου για τα όνειρα και τα θέλω μου, αλλά αν έχεις που λένε μαγικές δυνάμεις , θεωρώ πως αξίζω και εγώ ένα δωράκι......
-Α συμφωνείς...πως? μα πρέπει να κερδίζουμε χωρίς βοήθεια ότι πολύ ποθούμε . Κοίτα τρίπλα ο χοντρός ρε!!

* Εγώ Άγιε ποτέ δε πίστεψα, μόνος αγωνίζομαι και πετυχαίνω όσα μπορώ. Και τούτη τη φορά αν και όμορφα λαβωμένος, με όλα τα ζόρια, δηλώνω παρών. Είμαι εδώ για να κυνηγώ ότι αγαπάω!

- Μπα μπα τώρα βλέπεις πόσο θέλω . Στραβέ! Αν θες να βοηθήσεις καλώς. Κάνε το σας δώρο μπόνους.   Αν δε θες τότε να ξέρεις πως θα σιγουρευτώ πως δεν υπάρχεις!!!!

































Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΟΝΕΙΡΟΥ




Ήταν εννιά και κάτι σαν βγήκε στο δρόμο σκυφτός , έκανε λίγα βήματα μα χρειάστηκε να κουμπώσει το μπουφάν .Το φθινόπωρο είχε μπει για τα καλά! Κρύωνε και το ηλίθιο φερμουάρ κόλλαγε πάλι. << Τίποτα να μη γίνεται άκοπα για μένα >> μονολόγησε και τράβηξε με δύναμη πετυχαίνοντας να κλείσει καλά μέχρι το λαιμό  το φερμουάρ.

Άρχισε να περπατά, άγνωστος προορισμός, πνίγηκε πάλι μέσα στα τέσσερα ντουβάρια και έτρεξε να πάρει αέρα. Γούσταρε να περπατά , να χάνεται στα στενά, να περνάν δίπλα του περαστικοί, να παρατηρεί κρυφά. Έκλεβε ματιές , μάντευε ιστορίες και προβλήματα που έκρυβαν  όλοι αυτοί. Άραγε πόσοι να έκαναν το ίδιο? Να έβρισκε κανένας τι πόνο κουβαλούσε ο ίδιος?

Βάδιζε αργά, θαρρείς και τα πόδια του έψαχναν δρόμο να διαβούν. Ένα αυτοκίνητο πέρασε έχοντας δυνατά τη μουσική κι όλως παραδόξως δεν ακουγόταν κανένα καψουρο-τράγουδο!! Σάστισε, '' Δεν έχω πολλά..'' η μελωδική φωνή της Γλυκερίας του έσκισε τη ψυχή. Ξεκίνησε να το τραγουδάει σταματώντας την όποια προσπάθεια να παρατηρήσει τους ανθρώπους τριγύρω.

Δυο στενά παρακάτω το μηχανικό περπάτημα του τον έφερε μπρος σε ένα φαρμακείο. Χάζεψε την ανακοίνωση για τα εφημερεύοντα, ποιος ξέρει γιατί το βλέμμα του έστεκε εκεί μαγνητισμένο. Άξαφνα μια φωτεινή πινακίδα άναψε κι άρχισε να δίνει στοιχεία για τα τηλέφωνα του φαρμακείου, μα εκείνος κόλλησε στην ημερομηνία που πρώτη εμφανίστηκε με πράσινο χρώμα.

Το μυαλό του γέμισε με πράσινους αριθμούς, σήμερα, ναι , τρεις έχει σήμερα. τρία είναι και τα χρόνια. Ξεκίνησε πάλι να βαδίζει, πιο γοργά, όσο πήγαινε επιτάχυνε. Ανάσες κοφτές, το αεράκι έμπαινε στο στόμα του, τον πάγωνε μα επίτηδες το άφηνε. Νόμιζε πως θα χωνόταν σε κάθε γωνιά του μέσα του, να μην αφήσει κανένα κύτταρο του να ανακαλέσει τη μνήμη.

Σχεδόν έτρεχε, ναι. όσοι τον συναντούσαν σίγουρα αναρωτιόνταν τι έπαθε αυτός. Κάποιοι κουνούσαν το κεφάλι με νόημα , κατανοώντας την άγνωστη τρέλα που τον διακατείχε. Τρεις φορές παραλίγο να τον χτυπήσει αυτοκίνητο, οι κόρνες ούτε που τον απασχόλησαν, έτρεχε πια κανονικά , πασχίζοντας να ξεφύγει από τους αόρατους διώκτες του. 

Η ανάσα βάρυνε, λαχάνιαζε, κανένα κρύο κανένα αγέρι δε τον σταμάταγε , παρά μόνο το ένστικτο!
Μπροστά πλατιά σκαλιά, λίγα πεύκα, μαύροι πολεμιστές να στέκουν φρουροί κάτω από τον συννεφιασμένο ουρανό. Τα ανέβηκε με όση δύναμη του είχε απομείνει. Έφτασε! Κανένας δε βρισκόταν εκεί , στο μικρό ξέφωτο που χρησίμευε και για χώρο στάθμευσης. Ανάσα σταματημένη.

Αργά γύρισε και είδε τη θέα, από κει μπορούσες να δεις σχεδόν όλη την πόλη, κανένα πεύκο δε στην έκρυβε. Ανέβηκε πάνω στη πέτρινη μάντρα , νόμιζε θα δει καλύτερα. Οξυγόνο έμπαινε άφθονο στα διογκωμένα πνευμόνια του, και πάλι ζωή μέσα του. Η καρδιά έριχνε σταδιακά τους παλμούς της, κουρασμένη από το ασταμάτητο τρεχαλητό. Έκλεισε τα βλέφαρα του απαλά!

Εκεί , σαν να το ξαναζούσε πάλι, αυτός με εκείνη. Πρώτη φορά! Σαν σήμερα είχε δει τα μάτια της τόσο κοντά, είχε νιώσει να τον τρυπάνε βαθιά, διάφανος στη φωτιά της! Νόμιζε θα ήταν μια περαστική, ένα όμορφο αερικό που φάνηκε μπροστά του. Μα γελάστηκε! Ήταν πολλά περισσότερα.
Είχε νιώσει βέβαια τον κίνδυνο πριν ανέβει εδώ πάνω μαζί της, μα ποτέ του δε φοβόταν τον έρωτα!

Τώρα βρισκόταν πάλι εδώ , με τα μάτια κλειστά, να σκέφτεται κάθε στιγμή, κάθε κουβέντα της, κάθε κίνηση. Ήταν τα μάτια της, η χροιά της φωνής της, ο τρόπος που άγγιζε τα ξανθά μαλλιά της περνώντας τα πίσω από τα μικρά καλο-σχηματισμένα αυτιά. Αλλά ήταν κι όσα έλεγε, δε πίστευε πως ο άγγελος που είχε μπροστά του είχε μια εξυπνάδα γεμάτη συναίσθημα.

Είχε τσιμπηθεί κρυφά, όλα όσα είχε ονειρευτεί ήταν εκεί, οι ανάσες τους τόσο κοντά. Θυμήθηκε το χρώμα των ματιών της, θάλασσα βαθιά, είχε αφεθεί να πέσει μέσα της, ας χανόταν, ας πνιγόταν.
Εκείνη τη νύχτα πίστεψε στα παραμύθια. εκείνη τη νύχτα πίστεψε στις μάγισσες που με ένα φιλί μεταμορφώνονται σε πριγκήπισες. Εκείνη τη νύχτα ήξερε τι ήθελε στη ζωή του.

Όταν την άγγιξε το ένιωσε, καμιά δε το είχε πετύχει ποτέ ως τότε. Αν υπάρχει το άλλο μισό τότε αυτός το είχε βρει. Έλαμπε σαν τον ήλιο, μια θλιμμένη χλομάδα φεγγαριού αναδυόταν παράλληλα , τόσο μαγική η όψη της. Και τόσο δυνατή ψυχικά, η αυτοπεποίθηση της έμοιαζε μα εκείνη της φουρτούνας που ξέρει πως θα βυθίσει μια μικρή ξύλινη βάρκα.

<<Είσαι ιδιαίτερη, εύκολα μπορεί κάποιος να σε ερωτευτεί , οι πιο πολλοί για την ομορφιά σου μα εγώ δεν είμαι σαν αυτούς,εμένα ...>> είχε κομπιάσει. Εκείνη χαμογελούσε σήκωσε τα δάχτυλα της και του έκλεισε τα χείλη. 
<< Ξέρω, σε ξέρω καλά...Σε νιώθω και δε ξέρω αν μας βγει σε καλό όλο αυτό.>> 
Τον είχε ξαφνιάσει η σιγουριά της, την κοίταζε επίμονα, τα πρόσωπα τους απείχαν ελάχιστα. Έσκυψε απαλά πάνω του και του ψιθύρισε ........Η μυρωδιά των μαλλιών της τον μέθυσε για πάντα.
Σαν άκουσε τα λόγια της , τρόμαξε και δάκρυσε ταυτόχρονα.

Τώρα στεκόταν εκεί....Μόνος....Κάπου στην λαμπερή πόλη ήταν κι εκείνη, μπορεί να μη ήταν μόνη της μα ήταν Μοναδική! Ξανά έκλεισε  τα μάτια του κι άφησε το κορμί του να πέσει στο κενό, να πετάξει για να τη βρει και να την πάρει κοντά του...Είχε φτάσει η ώρα....