Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

ΕΝΑ ΜΑΓΙΟ ΜΕ ΦΙΟΓΚΟΥΣ *2

   Οι φιόγκοι λύθηκαν, το μαγιό έπεσε, εκείνη έστεκε εκεί. Ολόγυμνη, απόλυτα όμορφη, αποκλειστικά δική του.

Άρχισε να την αγγίζει ευλαβικά ανάμεσα στους γοφούς, τα δάχτυλά του σαν έμπειροι ιχνηλάτες , ήξεραν που να κατευθυνθούν. Οδηγούσαν μέσα από μονοπάτια, γνωστά μα και απάτητα,  για να φτάσουν στην πολυπόθητη πηγή που θα τους ξεδιψάσει.

Η Τίνα έστεκε σαν άγαλμα, ακίνητη με την αδαμάντινη επιδερμίδα της να λαμπιρίζει κόντρα στον ήλιο. Ήθελε να  τον τραβήξει μέσα στο δωμάτιο, να κρυφτούν από τυχόν απρόσκλητα μάτια, αλλά δε μπορούσε. Την είχαν καθηλώσει τα χάδια του, περίμενε κάθε επόμενη κίνησή του με ανυπομονησία μα και σιγουριά πως θα την αποζημιώσει για όλη της την στωικότητα.

Ο Χρήστος πλησίασε το κεφάλι του λίγο πιο ψηλά από το αριστερό της γόνατο, δίνοντας την ένα ανεπαίσθητο φιλί . Ταυτόγχρονα είχε σηκώσει το βλέμμα του και την κοίταζε, ήταν η στιγμή που  μιλούσαν τα μάτια, πετούσαν σπίθες πόθου.  Του χάρισε ένα χαμόγελο , γλυκό και πονηρό συνάμα , σαν εκείνες τις γλυκόξινες σάλτσες των ανατολίτικων φαγητών.

Εκείνος αφού είχε πάρει το νεύμα συγκατάνευσης και διαταγής συνέχισε να ακουμπά ελαφρά τα  χείλη του ανεβαίνοντας όλο και πιο κοντά στην πηγή της. Είχε αρχίσει να τρέμει καθώς τον ένιωθε να την κυριεύει . Δεν είχε σκοπό να προβάλει αντίσταση, ήθελε να του παραδοθεί, εκεί έξω , στην αγκαλιά του καυτού ήλιου. Μια άναρθρη κραυγή, κάτι σαν ναι , βγήκε από το στόμα της  καθώς δέχτηκε την επίθεση της γλώσσας του στα περίχωρα της πηγής .

<< Σε θέλω, εδώ, με μάρτυρα τον ουρανό ,να δει πως εσύ κι εγώ γινόμαστε ένα  >> της είπε σιγανά εκείνος , την ώρα που τα χέρια του ανέβαιναν αργά και λάγνα στους λόφους των οπίσθιων της.

Εκείνη αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα να συμμετέχει ενεργά στην ένωσή τους. Τέντωσε τα χέρια της , περιεργάστηκε τα κοντά του μαλλιά και πίεσε με αποφασιστικότητα ώστε να τον φέρει σε απόλυτη επαφή με την πηγή της. Ο Χρήστος περίμενε εναγωνίως αυτή τη στιγμή, έτσι άρχισε να χάνεται, βουτώντας τη γλώσσα του όλο και πιο βαθιά στην πηγή. Όταν άκουσε τη Τίνα να  τον ικετεύει να μπει μέσα της , την άρπαξε και την έβαλε με την πλάτη πάνω στο φρέσκο-κουρεμένο γκαζόν.

Όμως δεν ήταν σίγουρος πως είχε έρθει η στιγμή να εισακούσει την ικεσία της, ίσως γιατί ποθούσε να  την αναγκάσει να  τον διατάξει, να τη δει να καίγεται να γίνουν ένα. Όρμησε προς το στήθος της, οι θηλές της έμοιαζαν με μικρά κεράσια έτοιμα να εκτοξεύσουν τους χυμούς τους. Με τις πρώτες μικρές μα άγριες δαγκωματιές του , το σώμα της άρχισε να πάλλεται. Δίψαγε για εκείνον , για το σώμα του, για το πάθος του  και την διέγειρε ακόμα πιο πολύ ο πόθος του για την ίδια.

Τον τράβηξε  με βία προς τα πάνω, πλέον τα χείλια τους ενώθηκαν. Δεν προλάβαιναν να πάρουν ανάσες, έπαιρνε οξυγόνο ο ένας από τον άλλο. Η εναλλαγή από παθιάρικα άγρια φιλιά με εκείνα τα αργά, τα αισθησιακά ήταν απίστευτα γρήγορη. Ο Χρήστος  κόντευε να εκραγεί, ήταν έτοιμος να χαθεί μέσα της. Αλλά είχε πείσει τον εαυτό του πως θα περίμενε εκείνη και την διαταγή της, όταν θα είχε φτάσει ο πόθος της ένωσης στο αποκορύφωμα του.

<< Έλα  μέσα μου, ένα , να γίνουμε ένα....>>

Και τότε δίχως σκέψη και δισταγμό , εκείνος εισχώρησε μέσα της. Δυο παλλόμενα σώματα, δυο ψυχές ενωμένες. Φιλιά , αγγίγματα, χάδια , νύχια που χάραζαν το δέρμα , γλώσσες μπερδεμένες, κύταρα να σμίγουν, δυο καρδιές να χτυπούν στον ίδιο ρυθμό.....








Δεν υπάρχουν σχόλια: